Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Οικοδόμος / …και συ, πρόστυχη Πένα και ψοφίμι, του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!


Παραθέτουμε πρώτα το σχόλιο από τον σημερινό Ριζοσπάστη:


Το πλιάτσικο του ΣΥΡΙΖΑ και της «Αυγής» στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, για να ξεπλύνουν τη βρώμικη δουλειά που κάνουν για λογαριασμό του κεφαλαίου, να ψαρεύουν σε θολά νερά και να συκοφαντούν στην ουσία την ιστορία αυτή, δε μας εξέπληξε και τόσο. Αλλά η εφευρετικότητα της συντάκτριας στην προχτεσινή «Αυγή», που ούτε λίγο ούτε πολύ πάλεψε να μας πείσει ότι ο «κυρ Μέντιος» του Βάρναλη γράφτηκε για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και για εκείνους που την ψήφισαν, «επαναστάτησαν» και βλέπουν ότι σύντομα «έρχεται ανάποδα ο ντουνιάς», ε, όσο να 'ναι μας ξεπέρασε. Αλλά μιας που το ρίξαμε στην ποίηση, ο μπαρμπα Κώστας είχε γράψει κι άλλα επίκαιρα. Οπως ας πούμε το πιο ταιριαστό στην περίπτωση «και συ, πρόστυχη πένα και ψοφίμι, / του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!».

***

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη του και την εφημερίδα του δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Δεν ισχύει όμως το ίδιο μ’ αυτούς που τους ακούνε ―ακόμα― σαστισμένοι και αμέτοχοι. Όταν οι μάσκες έχουν πέσει εδώ και καιρό, η έκπληξη, τα «δεν το πιστεύω» και «δεν είναι δυνατό», ως λογικές αντιδράσεις καλοπροαίρετων και ―ενίοτε― αφελών εγκεφάλων, δεν ―θα πρέπει απλά να― παραχωρούν τη θέση τους στον προβληματισμό «ως που λοιπόν είναι πρόθυμοι (αναφερόμαστε φυσικά στον ΣΥΡΙΖΑ και την εφημερίδα του) να φτάσουν;». Ο καθένας οφείλει να πάρει θέση ξεκάθαρη, απέναντι,  να αντιταχτεί σε αυτά που διαδραματίζονται σήμερα (με τη δική του συναίνεση), και να συστρατευτεί με αυτούς που ήδη «έχουν κινήσει» (και αυτό του ποιητή). Αν αυτό δεν συμβεί, εκτός από συμμέτοχος-συνένοχος είναι και άξιος της μοίρας του και δικαιωματικά του ανήκουν και οι επόμενοι στίχοι του μέγιστου Βάρναλη: «Είναι δικός μου αφτός ο βούρκος του Ελευθέρου Κόσμου». Για την ιστορία (και όχι μόνο) οι στίχοι του Κώστα Βάρναλη που αναφέρονται στο σχόλιο του Ριζοσπάστη είναι από τη συλλογή του Ελεύθερος Κόσμος (ολόκληρη: κλικ εδώ). Παραθέτουμε και το συγκεκριμένο ποίημα:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γράφε, Ιστορία, τα ψέματά σου αράδα
και βλόγα το Φονιά, βρίζε το Θύμα!
Κι Αρετή, των δρομάκων σουσουράδα,
τον κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

Και συ, Νόμε, των άνομων ασπίδα,
σαν τη μαϊμού από κλώνο σ' άλλον πήδα
κι απ' την κορφή με την ουρά κρεμάσου,
να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου.

Λεφτεριά της χανάκας και του ξύλου,
σφιχτόδενε τ' αξύπνητο χαϊβάνι.
Και συ, ρηγάτο του Κενού, τ' αψήλου
κάμνε το σκλάβο ρήγα, άμα πεθάνει!

Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,
της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,
και συ, πρόστυχη Πένα και ψοφίμι,
του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!

Και συ, Πατριώτη Αγνέ, τη μάσκα φόρα
κι απ' τ' αδέρφια σου, αραδαριά μπροστά σου,
διάλεγε, Γιούδα πάντοτες και τώρα,
για τον ξένο Μολώχ τα θύματά σου.

Αθάνατη και θεία και πεμπτουσία
του βούρκου, χαίρε ώ! χαίρε Προδοσία!...
Φως το χέρι, το πόδι προχωρεί
στον κάμπο κι ό,τι θέλει το μπορεί!...

Κατάγυμνη χορέβει (όλα της φόρα!)
στον τάφο σου, Πατρίδα! Φαλλοφόρα
τουρλώνεται κι ουρλιάζ': «Είναι δικός μου
αφτός ο βούρκος του Ελευθέρου Κόσμου».