Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

ΑΤΕΧΝΩΣ / Γεφύρι της Πλάκας: «Εθελοντισμός» και φρέντο καπουτσίνο πάνω στα συντρίμμια της αξιοπρέπειας και του φιλότιμου


Έχουν περάσει μερικά χρόνια από την τελευταία επίσκεψή μου στο πετρογέφυρο της Πλάκας, πριν το τσακίσουν η εγκατάλειψη και η αδιαφορία του κράτους και το ισοπεδώσει μπουρινιασμένος ο Άραχθος ποταμός.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

ΑΤΕΧΝΩΣ / «Για να χτίσεις γιοφύρι πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου» ― Γεφύρι της Πλάκας (1866-2015)


Χτίστηκε σε μια εποχή που τα μόνα υλικά που υπήρχαν ήταν αυτά που παρείχε απλόχερα η φύση. Όμως για να ανεγερθεί ένα οικοδομικό έργο δεν είναι αναγκαία μόνο τα οικοδομικά υλικά. Η γνώση, η τεχνική, το μεράκι, ο κόπος και, πολλές φορές, η ανθρώπινη θυσία είναι «υλικά» που συνήθως δεν τα πιάνει το ανθρώπινο μάτι. Κάθε έργο μετά την αποπεράτωσή του, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα αξιολογηθεί από τους χρήστες του, και όλα τα έργα, από έναν κοινό μαντρότοιχο μέχρι την Ακρόπολη, άλλο λιγότερα και άλλο περισσότερα, πάντα έχουν κάτι να πουν.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Οικοδόμος: Θρήνος και οργή για την κατάρρευση του ιστορικού γεφυριού της Πλάκας…


Το ξακουστό, πανέμορφο και ιστορικό γεφύρι της Πλάκας δεν υπάρχει πια! Ανήμπορο να αντέξει το βάρος των ορμητικών νερών του Άραχθου και την εγκατάλειψη της πολιτείας έγειρε για πάντα στα τιμημένα χώματα των Τζουμέρκων…

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Οικοδόμος: Ανοιχτή επιστολή-πρόταση στο ΔΣ της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας

Αγαπητοί συμπατριώτες,
είναι γεγονός ότι η διατήρηση και η διάδοση της Ηπειρώτικης παράδοσης και   της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ―στα οποία η συμβολή της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας, μέσω των δράσεων και των εκδηλώσεών της, είναι αξιέπαινη― έχει ανάγκη, εκτός από αγώνα και συμμετοχή, από οικονομική στήριξη. Μια στήριξη που η επίσημη πολιτεία θα όφειλε αφειδώλευτα να παρέχει, αν δεν ήταν «απασχολημένη» με την λεηλασία του μεροκάματου του εργάτη, των μισθών και των συντάξεων, το πλιάτσικο του λαϊκού εισοδήματος μέσω της άγριας φορολογίας, το γκρέμισμα του όποιου κοινωνικού κράτους, την αποξήλωση εργατικών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, και την παροχή ―στο όνομα κάποιας «ανάπτυξης»― γης και ύδατος στους τοκογλύφους των «αγορών», στις τράπεζες και στους επιχειρηματικούς ομίλους.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

«ΔΩΔΩΝΗ» μπιρ παρά…



Μετά από  συνοπτικές διαδικασίες έπεσαν οι υπογραφές για την  παραχώρηση, από την «υπό εκκαθάριση» Αγροτική Τράπεζα, των κλειδιών της συνεταιριστικής γαλακτοβιομηχανίας «ΔΩΔΩΝΗ», στην κοινοπραξία "S.I.", με σύνθεση 90% την Strategic Initiatives UK LLP, επενδυτική εταιρεία του εξωτερικού και 10% ΣΙΜΟΣ Food Group ΑΕ. Το τίμημα; 21 εκατ. ευρώ!!! Δεν πρόκειται καν για ξεπούλημα. Εδώ ισχύει το κλασικό σλόγκαν που έκανε θραύση παλιότερα σε περιόδους εκπτώσεων: «τ’ αφεντικό τρελάθηκε και χαρίζει!». Ναι, χαρίζει…
Η εταιρεία «ΣΙΜΟΣ Food Group ΑΕ» (το…10% της κοινοπραξίας), φέρεται να χρωστάει στη «ΔΩΔΩΝΗ» γύρω στα 11 εκατ. Ευρώ. Αν κάνουμε την αφαίρεση από το ποσό «αγοράς»: 21-11= 10 εκατ. Ευρώ!!! Αυτό σημαίνει πως η μεγάλη γαλακτοβιομηχανία της Ηπείρου δόθηκε χάρισμα, έναντι ενός… μπαξισιού 10 εκατ. Ευρώ, δηλαδή όσα είναι τα κέρδη της εταιρίας σε μια χρονιά!!!!!
Όσο για το «αφεντικό»… τα έχει τετρακόσια!
Διαβάστε εδώ το «γιατί» και επίσης τι επιπτώσεις θα έχει το ξεπούλημα της «ΔΩΔΩΝΗΣ» στους εργαζόμενους της επιχείρησης  και στους μικρομεσαίους αγροτοκτηνοτρόφους. Ακόμα, διαβάστε εδώ για την κατάληψη του εργοστασίου που αποφάσισαν φορείς της Ηπείρου.
 
[ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2012]

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Το εργατικό κίνημα στο νομό Άρτας την περίοδο 1945-46. Η ίδρυση του Εργατικού Κέντρου


Το Εργατικό Κέντρο Άρτας ιδρύθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση. Σαν συνέχεια προηγούμενης εργασίας μας για το εργατικό κίνημα στο νομό Άρτας την περίοδο 1925-1940, παρουσιάζουμε σήμερα το ιστορικό της  ίδρυσης του Εργατικού Κέντρου, μέσα από την αφήγηση ενός από τους πρωτεργάτες του.

Στην Άρτα πριν το 1945 υπήρχαν πέντε ενεργά σωματεία: των οικοδόμων,   των κλαδευτών, των τσαγκαράδων, των αρτεργατών, και των φορτοεκφορτωτών. Όταν ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την Άρτα, με πρωτοβουλία των εργατικών στελεχών του Κ.Κ.Ε. τα τρία πρώτα εργατικά σωματεία έκαμαν το ιδρυτικό καταστατικό του Εργατικού Κέντρου της Άρτας που εγκρίθηκε από το Πρωτοδικείο.

Στην προσωρινή Διοίκηση ήταν ο Κώστας Πανούτσος, (πέθανε) σαν πρόεδρος, ο Μήτσος Σταύρου (Κράους) και ο Κώστας Χειμαριώτης (πέθανε), σα μέλη. Μετά την έγκριση του καταστατικού, η κατάσταση στο Εργατικό Κέντρο έμεινε στάσιμη για κάμποσο καιρό, γιατί κανένας απ’ την προσωρινή Διοίκηση, δεν ευκαιρούσε ν’ ασχοληθεί με τα εργατικά, άλλωστε ούτε πείρα, για τα ζητήματα των εργατών, είχε κάποιος από αυτούς.

Το Μάη του 1945, παίρνω εντολή από το κόμμα να αναλάβω το Εργατικό Κέντρο… Βέβαια ούτε εγώ είχα καμιά μεγάλη πείρα, αλλά το κόμμα με επέλεξε και για το λόγο ότι η ταυτότητά μου έγραφε επάγγελμα: εργάτης ενώ τα περισσότερα στελέχη του κόμματος, παρουσιάζονταν σαν διανοούμενοι! Αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, με βοήθησε σημαντικά στη διαμάχη και στις συγκρούσεις με τις αρχές. Άμεσους βοηθούς είχα το Σωκράτη Παπαδάτο – έχει πεθάνει – το Γιώργο Ντέτσικα και τον Κώστα Ταγκαρέλη, νεολαίοι τότε…

Ξεκινώντας για τα καινούργια μου καθήκοντα, πρώτα γράφτηκα σα μέλος στο σωματείο κλαδευτών. Εκεί τα περισσότερα μέλη ήταν αριστεροί και παρά την αντίδραση των δεξιών μελών του σωματείου, κατάφερα να γραφτώ στη δύναμη του σωματείου. Επειδή, όμως είχαν προηγηθεί κονταροχτυπήματα με τη Χωροφυλακή της Άρτας, μόλις με «κάρφωσαν» ότι γράφτηκα σα μέλος του σωματείου, ο αστυνόμος φώναξε πρώτα το πρόεδρο του σωματείου, που εκείνη την περίοδο ήταν ο Κώστας Χειμαριώτης και το Γραμματέα Βαγγέλη Δρούγα, (πέθανε), τους έκανε αυστηρές παρατηρήσεις και τους κάλεσε να με διαγράψουν αμέσως με το αιτιολογικό ότι δεν έχω καμιά σχέση με τους κλαδευτές… Φυσικά εκείνοι αρνήθηκαν με αποτέλεσμα να εισπράξουν… κάμποσες κλωτσιές!

Την ίδια μέρα το απόγευμα, ένας χωροφύλακας, παρά τις διαμαρτυρίες μου με πήγε στο διοικητή της χωροφυλακής, ταγματάρχη ή συνταγματάρχη –δε θυμάμαι καλά- Μυτιλήνη, ο οποίος με έβρισε σκαιότατα  και με απείλησε ότι θα με διώξει ποινικώς γιατί ψεύτικα δήλωσα –όπως είπε-  ότι ήμουν προπολεμικά κλαδευτής και μάλιστα στο… Βασιλικό Κήπο! Έφυγα από κει όπως και οι προηγούμενοι, δηλαδή με… αρκετές κλωτσιές.

Για να μπορώ όμως να κινούμαι ελεύθερα σαν εργατικό στέλεχος, η προσωρινή διοίκηση του Εργατικού Κέντρου, μου δίνει ένα διορισμό, με τις υπογραφές τους. Διορίζομαι λοιπόν, γραμματέας του Εργατικού Κέντρου και άρχισα να κινούμε ελεύθερα και νόμιμα, νοικιάζουμε κι ένα μαγαζί στην αγορά, του Λ. Σούκη, δίπλα από την κλινική του Αλεξίου, βάζουμε μέσα ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, ένα πάγκο… κι είναι έτοιμο το Εργατικό Κέντρο. Δε μένει παρά η ταμπέλα. Με… καλλιγραφικά γράμματα καρφώνουμε στην είσοδο μια ταμπέλα που γράφει «ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΡΤΑΣ»…

Εμείς… καμαρώνουμε η Χωροφυλακή όμως σκυλιάζει… Με καλεί και με προστάζει ν’ αλλάξουμε τη λέξη «ΑΡΤΑΣ» με το «ΑΡΤΗΣ»! Τους ενόχλησε βλέπετε η δημοτική! Με καλεί και ο Νομάρχης, κάποιος Πιέρρης  από την Κέρκυρα, ο οποίος ζητάει να μάθει… τι «είμαι»… Του ‘δειξα το διορισμό μου, τον πήρε, τον κοίταζε κάμποσο σκεφτικός, κούνησε το κεφάλι του και μου τον επέστρεψε αμίλητος. Ευτυχώς… γιατί μπορούσε κάλλιστα να πει, «δεν σε αναγνωρίζω» οπότε θα είχαμε περισσότερες δυσκολίες…

Το κυριότερο όμως τώρα ήταν να φτιάξουμε κι άλλα σωματεία. Έπρεπε να περνούν πολλοί εργάτες από το Κέντρο, ιδιαίτερα τα βράδια. Άλλωστε δεν νοείται Εργατικό Κέντρο με 5-7 σωματεία μονάχα. Πρώτο καινούργιο σωματείο γίνεται των Οπωροσυλλεκτών, δεύτερο σωματείο των εργατών γης, τρίτο το σωματείο των εργατών της Μπουτ και ακολουθούν τα σωματεία των επισιτιστών και υπαλλήλων κουρέων. Κι όλα αυτά έγιναν σε διάστημα τριών έως τεσσάρων μηνών. Η δουλειά όμως ήταν και δύσκολη και τρομερά επικίνδυνη. Φτύσαμε αίμα για να γίνουν τα καινούργια σωματεία και να γεμίζει τα βράδια το Εργατικό Κέντρο. Από κείνη ακριβώς την περίοδο αρχίζει η νέα ιστορία του Εργατικού Κέντρου της Άρτας.

Τα καταστατικά των σωματείων, την αλληλογραφία και όλη τη γραφική δουλειά την έκανα μόνος μου. Πήγαινα στη  Γεωργική υπηρεσία όπου δούλευε ο μακαρίτης Μήτσος Μπουνιάκος, στέλεχος της Αριστεράς και στη γραφομηχανή της υπηρεσίας του έφτιαχνα τα καταστατικά και τα υπομνήματα που στέλναμε στα υπουργεία και λοιπούς οργανισμούς. Σα δικηγόρους, χρησιμοποιούσαμε στο δικαστήριο για την έγκριση των καταστατικών, πότε τον Χριστόφορο Κοντοχρήστο, πότε το Θανάση Πάνου, μακαρίτες τώρα και πότε το Γιάννη Μαστρογιάννη, όλοι στελέχη της Αριστεράς, ιδιαίτερα ο Κοντοχρήστος χρημάτισε και Εθνοσύμβουλος της Π.Ε.Ε.Α. Φυσικά όλα αυτά γίνονταν χωρίς πληρωμή.

Για την εγγραφή σ’ οποιοδήποτε σωματείο χρειάζονταν 5 δραχμές! Από τις εγγραφές των μελών, αγοράζαμε τα βιβλία, τη γραφική ύλη, τα έπιπλα κλπ. των σωματείων. Για το νοίκι που ήταν 300 δραχμές, κάναμε έκτακτους εράνους για να τα συγκεντρώσουμε.

Το μεταβαρκιζιανό κλίμα είχε γίνει αφόρητο για τους αριστερούς σε όλη την Ελλάδα. Η τρομοκρατία της δεξιάς οργίαζε. Οι μαγκουροφόροι, απειλούσαν τους ιδιοκτήτες των σπιτιών των δημοκρατικών πολιτών που μας δέχονταν για ύπνο. Ο δάσκαλος Κώστας Πουρναράς που ήταν Γραμματέας του ΕΑΜ Άρτας και ο υποφαινόμενος, είχαμε γίνει… το «κόκκινο πανί»! Πολλές φορές κοιμηθήκαμε σε κάτι σπηλιές που μας πήγαινε ο μακαρίτης Χρήστος Καλοκαίρης, αριστερός κι αυτός… Κανένας δεν μας νοίκιαζε δωμάτιο. Όλοι φοβόντουσαν… Κάθε νύχτα αλλάζαμε σπίτι, για ν’ αποφύγουμε τους μαγκουροφόρους. Εγώ, πολλές φορές πήγαινα έξω από την Άρτα, στου Χρήστου Κοψαχείλη, κι αυτός αριστερός και κοιμόμουνα κάπως ασφαλής…

Παρ’ όλα αυτά είχα αρκετές περιπέτειες και μάλιστα δυο φορές κινδύνεψα πραγματικά από έναν αρχιτραμπούκο από τους Κωστακιούς –το όνομα δεν έχει αξία, επισημαίνω μονάχα τα γεγονότα, για να δώσω τι κλίμα της εποχής. Μια φορά με έπιασε με το ζόρι, με πήγε προς τους βάλτους με σκοπό να με εξαφανίσει. Με έσωσε ο μακαρίτης Βαγγέλης Ντόλας… Άλλη μια φορά, μου έστησε καρτέρι με άλλους τρεις, τη νύχτα, στη μεγάλη καμάρα της γέφυρας της Άρτας… Σώθηκα χάρις στην ψυχραιμία μου και στη δειλία τη δική τους.

Αλλά οι μαγκουροφόροι της δεξιάς, έρχονταν σχεδόν κάθε μέρα και έξω από το Εργατικό Κέντρο και απειλούσαν όλους όσους ήταν μέσα, δεν τολμούσαν όμως να μπουν στο Εργατικό Κέντρο, γιατί δίπλα εκεί ήταν καταυλισμός στρατιωτών, οι περισσότεροι από την Κέρκυρα, όλοι δημοκρατικοί. Τους είχα ενημερώσει κι έτσι δεν τους άφηναν να πλησιάσουν. Ήταν τόση η ασυδοσία τους, που μια φορά μας επιτέθηκαν μέσα στην ίδια τη Νομαρχία και μας χτύπησαν άγρια, τον Κώστα Πουρναρά και μένα. Είχαμε πάει να διαμαρτυρηθούμε για την… τρομοκρατία!

Εκείνη ακριβώς την εποχή η Αμερικανική Οργάνωση Ούνρα μοίραζε ρούχα και τρόφιμα στους άπορους. Τα καλά όμως ρούχα «ξαφρίζονταν» απ’ τους επιτήδειους. Αυτό είχε ξεσηκώσει αγανάκτηση στον κόσμο. Εκμεταλλευτήκαμε αυτή την κατάσταση. Σε έντονη διαμαρτυρία μας στο Νομάρχη, απαιτήσαμε να πάψει αυτή η… ρεμούλα και να δώσει σε μας τους εργάτες, δέματα με ιματισμό και τρόφιμα, ξέχωρα απ’ τους άλλους. Για τον ίδιο λόγο, πήγαμε στα Γιάννενα, στο Γενικό Διοικητή Ηπείρου, που τότε ήταν ο Καλέλης, «δεν μπορώ να κάνω τίποτα… για τα τρόφιμα και τον ιματισμό… κάτι θα γίνει».

Πραγματικά πήραμε κάμποσα δέματα… Καλέσαμε τα μέλη των σωματείων στο Εργατικό Κέντρο και τα μοιράσαμε. Αυτή ήταν η πρώτη μας επιτυχία… και πήραν σχεδόν όλοι. Τότε οι οργανωμένοι εργάτες δεν ήταν περισσότεροι από 200! Με 7 μονάχα μέλη, μπορούσες να φτιάξεις… σωματείο… Όμως η επιτυχία αυτή, άνοιξε τις πόρτες του Εργατικού Κέντρου σε όλους τους εργάτες. Έρχονταν όλοι και ζητούσαν από μας τρόφιμα και ιματισμό. Τους συστήσαμε να γραφτούν στα σωματεία τους, για να πάρουν μέρος στη διανομή. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, η δύναμη του Εργατικού Κέντρου έφτασε στα 800 μέλη!

Το μεροκάματο εκείνη την εποχή, 1945-1946, ήταν μονάχα 10 δραχμές! Έπρεπε κάτι να κάνουμε. Οργανώνουμε μια απεργία στους οπωροσυλλέκτες, που ήταν το πιο μαζικό σωματείο. Σε γενική συνέλευση, παίρνεται η απόφαση την οποία, σύμφωνα με την Ελληνική Νομοθεσία τότε, κοινοποιούμε στη Νομαρχία. Ο διοικητής της Χωροφυλακής με κάλεσε στο γραφείο του με έβρισε σκαιότατα και με απείλησε με το πιστόλι του, ενώ ο υποδιοικητής σε ιδιαίτερη συνομιλία μου ‘σφιξε το χέρι και μου ‘δωσε συγχαρητήρια, γιατί όπως είπε, με τους αγώνες των εργατών, βελτιώνονται και οι δικές τους απολαβές.

Η απεργία πέτυχε. Ούτε ένας εργάτης δεν δούλεψε εκείνη την μέρα. Οι οργανωμένοι εργάτες ήταν περίπου 80! Στην απεργία πήραν μέρος πάνω από 500 εργάτες. Έτσι το μεροκάματο έφτασε στις… 12 δραχμές κι όχι μονάχα στους πορτοκαλοεργάτες, αλλά σ’ όλους τους εργαζόμενους, όλων των σωματείων, οι οποίοι διεκδίκησαν κι αυτοί με μαχητικές απεργίες την αύξηση του μεροκάματου.

Αυτή την περίοδο, οργανώνουμε δύο διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, μια στη Νομαρχία και μια στον «Κρυστάλη» εναντίον της τρομοκρατίας. Ιδιαίτερα αυτή στου «Κρυστάλη» έγινε κατά την άφιξη ενός υπουργού της τότε κυβέρνησης και παρά το ξυλοφόρτωμα από τα κρατικά όργανα και τους παρακρατικούς, πέτυχε και είχαμε και κάποια θετικά αποτελέσματα.

Το Μάη του 1946, για πρώτη φορά, αποφασίζουμε να γιορτάσουμε την Εργατική Πρωτομαγιά. Το ανακοινώνουμε δημόσια… Η χωροφυλακή και οι παρακρατικοί κινητοποιούνται… Ξεσπάει άγρια τρομοκρατία… Η συγκέντρωση γίνεται στο γήπεδο. Όλα τα πόστα είναι πιασμένα από τους χωροφύλακες και τους… μαγκουροφόρους! Ο κόσμος, οι εργάτες, δεν μπορούν να περάσουν… χρειάζεται παλικαριά περίσσια. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί σπάνε τον κλοιό, αψηφώντας την τρομοκρατία και συγκεντρώνονται στο γήπεδο. Ομιλητής ήταν ο Μήτσος Μπάφας. Έτσι γιορτάστηκε απ’ τους εργάτες η πρώτη, μετά την απελευθέρωση, Εργατική Πρωτομαγιά.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα η πετυχημένη μας ενέργεια για τη διανομή του ιματισμού, η αύξηση του μεροκάματου με τις οργανωμένες απεργίες, είχε σαν αποτέλεσμα ν’ αρχίσουν οι εργάτες να ενδιαφέρονται για το Εργατικό Κέντρο. Τα βράδια τώρα, συγκεντρώνονταν όλο και πιο πολλοί εργάτες μέσα στην άβολη αίθουσα. Η μαζικότητα των σωματείων μας δίνει την δυνατότητα να παίρνουμε μέρος και σε πανηπειρωτικές ακόμα και σε πανελλαδικές απεργίες.

Όμως η διοίκηση του Εργατικού Κέντρου ήταν διορισμένη. Εγώ σαν διορισμένος γραμματέας έκανα από τον Απρίλιο ως τον Ιούλιο του 1945. Όλο αυτό το διάστημα προετοιμαζόμαστε για εκλογές. Έπρεπε να νομιμοποιηθούμε.  Προς το τέλος του Ιουλίου του 1945 έγιναν όλες οι εκλογές των σωματείων και εξέλεξαν και τους αντιπροσώπους στο Εργατικό Κέντρο, εκτός των διοικήσεών τους. Εγώ εκλέχτηκα αντιπρόσωπος από το σωματείο των κλαδευτών. Τώρα η διοίκηση ήταν νόμιμη. Μπορούσαμε να κινηθούμε άνετα, αφού και αντιπροσώπους για την Γενική Συνομοσπονδία εκλέξαμε.

Η δουλειά μας τώρα, στο Εργατικό Κέντρο, γίνονταν με σύστημα γι’ αυτό και είχε μεγάλη απόδοση. Παρακολουθούσαμε από κοντά όλα τα σωματεία. Παίρναμε μέρος  στις γενικές συνελεύσεις τους και δίναμε τις σωστές κατευθύνσεις για τις διεκδικήσεις τους. Σ’ αυτό μας βοηθούσαν και τα φυλλάδια με τους εργατικούς νόμους που μας έστελνε τακτικά η Γ.Σ.Ε.Ε.
Μετά τον Απρίλιο του 1946 η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Η τρομοκρατία κορυφώνεται. Κάνουμε πολλές παραστάσεις στο Νομάρχη και τον Γενικό Διοικητή Ηπείρου, οι οποίοι σηκώνουν τα χέρια και μας λένε «πάρτε τα μέτρα σας και σεις. Φυλαχτείτε…» Τα σωματεία όλα αδρανούν… Τα περισσότερα στελέχη κρύβονται…

Άρχισαν οι συλλήψεις των αριστερών… Τον Ιούλιο του 1946 στο Εργατικό Κέντρο έγινε μια συνεδρίαση της διοίκησης του σωματείου των τσαγκαράδων. Σ’ αυτήν παραβρέθηκα εγώ γιατί ο πρόεδρος Μήτσος Μπάφας, κρύβονταν. Πριν τελειώσει η συνεδρίαση, εισβάλλουν στο Εργατικό Κέντρο οι χωροφύλακες και σπρώχνοντάς με βάρβαρα, με συλλαμβάνουν, με δένουν και με οδηγούν στις φυλακές γιατί τα κρατητήρια ήταν γεμάτα…

Ήταν 20 Ιουλίου 1946. είχε αρχίσει ο Γολγοθάς της μαρτυρικής αριστεράς. Έκανα χρόνια εξορία στα ξερονήσια… Όταν γύρισα στην Άρτα από την εξορία, είχαν περάσει 16 ολόκληρα χρόνια…

Τα αποσπάσματα από την  αφήγηση του Λεωνίδα Νάκου, καταγράφονται στο βιβλίο του Βασίλη Θ. Σφαλτού: «Μνήμες αγώνων, η εθνική αντίσταση και τα ταραγμένα χρόνια της αριστεράς στην Άρτα», από τις εκδόσεις Συμεών, Άρτα 1997.

Στη συνέχεια της αφήγησής του, ο Λεωνίδας Νάκος παραθέτει κατάλογο ονομάτων συνδικαλιστών της εποχής του, μέχρι τον Απρίλη του 1946. Την πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου, την παρουσιάζει μια φορά μέσα στην αφήγηση και μια ακόμη φορά, στον κατάλογο με τις διοικήσεις των σωματείων. Υπάρχει μια αναντιστοιχία ως προς τις αρμοδιότητες των μελών του Δ.Σ. στις δύο αναφορές. Για την Ιστορία και μην μπορώντας να διασταυρώσουμε την σωστή, παρουσιάζουμε και τις δύο εκδοχές.

Πρώτη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου, Ιούλιος 1945 (εκδοχή α):

1) ΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Κώστας, πρόεδρος
2) ΝΑΚΟΣ Λεωνίδας, γεν. γραμματέας
3) ΦΑΚΙΤΣΑΣ Σωτήρης, ταμίας
4) ΧΕΙΜΑΡΙΩΤΗΣ Κώστας, μέλος
5) ΞΥΛΙΝΟΣ Κώστας, μέλος
6) ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ Κώστας, μέλος

Πρώτη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου, Ιούλιος 1945 (εκδοχή β):

1) ΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Κώστας, πρόεδρος
2) ΝΑΚΟΣ Λεωνίδας, γεν. γραμματέας
3) ΧΕΙΜΑΡΙΩΤΗΣ Κώστας, ταμίας
4) ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ Κώστας, μέλος
5) ΞΥΛΙΝΟΣ Κώστας, μέλος
6) ΦΑΚΙΤΣΑΣ Σωτήρης, μέλος

Δεύτερη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου, Απρίλης 1946:

1) ΜΠΑΦΑΣ Δημήτριος, πρόεδρος
2) ΝΑΚΟΣ Λεωνίδας, γεν. γραμματέας
3) ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ Χρήστος, ταμίας
4) ΣΟΥΣΟΣ Γιώργος, μέλος
5) ΤΑΓΚΑΡΕΛΗΣ Κώστας, εκπρόσωπος των εργαζόμενων νέων.

Μέχρι τον Απρίλη του 1946, στη δύναμη του Εργατικού Κέντρου Άρτας υπάγονταν τα εξής 9 σωματεία. Ο Λεωνίδας Νάκος παραθέτει τα ονόνατα των διοικήσεών τους:

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ

1) ΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Κώστας
2) ΞΥΛΙΝΟΣ Κώστας
3) ΦΑΚΙΤΣΑ Σωτήρης
4) ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ Χρήστος
5) ΣΤΑΥΡΟΥ Δημήτριος (Κράους)

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΠΩΡΟΣΥΛΛΕΚΤΩΝ

1) ΧΡΙΣΤΙΑΣ …
2) ΚΛΩΣΤΑΣ Κώστας
3) ΛΑΓΟΣ Χρήστος
4) ΓΑΒΡΙΛΗΣ Αποστόλης

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΟΥΡΕΩΝ

1) ΜΠΙΚΑΣ Βασίλειος
2) ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΣ Κύρκος

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΚΛΑΔΕΥΤΩΝ

1) ΜΠΑΡΤΖΙΩΚΑΣ Γιώργος
2) ΧΕΙΜΑΡΙΩΤΗΣ Κώστας
3) ΓΚΛΙΒΑΣ Σπύρος
4) ΔΡΟΥΓΑΣ Βαγγέλης
5) ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ Βασίλης

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΩΝ ΓΗΣ-ΟΔΟΠΟΙΊΆΣ

1) ΓΑΛΙΟΣ Λάμπρος
2) ΝΥΧΤΗΣ Χρήστος
3) ΜΑΝΟΣ Κώστας

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΩΝ «ΜΠΟΥΤ»

1) ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Παναγιώτης
2) ΚΟΡΕΛΗΣ Φάνης
3) ΤΣΕΛΙΟΣ Γιάννης
4) ΡΑΠΤΗΣ Χαράλαμπος

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΣΕΡΒΙΤΟΡΩΝ

1) ΝΑΤΣΙΚΑΣ Λάμπρος
2) ΘΕΟΔΩΡΟΥ Νικόλαος
3) ΜΠΑΣΙΟΣ Ηλίας

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΡΤΕΡΓΑΤΩΝ

1) ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ …
2) ΣΟΥΣΟΣ Γιώργος
3) ΜΠΑΝΙΑΣ Νάσος

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΩΝ

1) ΔΕΤΣΙΚΑΣ Γιώργος
2) ΤΑΓΚΑΡΕΛΗΣ Κώστας
3) ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ Νικόλαος
4) ΖΑΡΚΑΛΗΣ Μένιος
5) ΖΕΡΒΑΣ Χρήστος
6) ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ Σωκράτης

Αυτή την περίοδο υπάρχει στην Άρτα και ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΤΩΝ  το οποίο όμως δεν ανήκει στη δύναμη του Εργατικού Κέντρου.

[ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2012]

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Πτυχές της ιστορίας του εργατικού κινήματος στην Άρτα, την περίοδο 1925-1940

Το ιστολόγιο κάνει μια προσπάθεια να φέρει στο φως της ευρύτερης δημοσιότητας, μερικές όχι πολύ γνωστές πτυχές της ιστορίας του εργατικού κινήματος στο νομό Άρτας, προπολεμικά και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Στο σημερινό πρώτο μέρος θα γίνει αναφορά στην περίοδο 1925-1940, εποχή που το εργατικό κίνημα, κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην Άρτα δεν υπάρχουν ακόμα εργοστάσια. Πολλοί εργάτες δουλεύουν στα ελαιοτριβεία, εντελώς ανοργάνωτοι. Υπάρχει μεγάλος αριθμός εργατών γης (σκαφτιάδες κλπ), ανοργάνωτοι κι αυτοί, που έχουν  χώρο συνάθροισης, κάτι σαν «πιάτσα», την περιοχή «Μουχούστι». Εκεί μαζεύονταν το πρωί πριν φύγουν για τα χωράφια. Δούλευαν δέκα ώρες, πολλές φορές και παραπάνω, με πολύ χαμηλά μεροκάματα. 
Σε ολόκληρο το  νομό υπάρχουν τέσσερα εργατικά σωματεία. Των τσαγγαράδων, των ραφτάδων, των οικοδόμων και των λιμενεργατών- φορτοεκφορτωτών. Υπάρχει επίσης μια ομάδα δημοσίων υπαλλήλων –όχι όμως με την οργάνωση και δομή ενός σωματείου- που έχει σαν εκπρόσωπό της τον ΣΠΥΡΟ ΜΠΕΚΑ, υπάλληλος ο ιδιος στα Τ.Τ.Τ. (ο ΟΤΕ της εποχής). Το σωματείο των λιμενεργατών-φορτοεκφορτωτών είχε μεγάλη επιρροή στους εργάτες και ιδιαίτερα έντονη και δυναμική δράση. Η δυναμική του πήγαζε από την φύση και τη θέση του επαγγέλματος. Τα εμπορεύματα έφευγαν ή έρχονταν στο νομό Άρτας μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού. Η διακίνησή τους γινόταν αποκλειστικά από το λιμάνι της Κόπραινας, κι έτσι οι λιμενεργάτες με ακούραστες διεκδικήσεις, κατόρθωναν να πιέζουν τους εργοδότες τους πιο εύκολα και να κατακτούν δικαιώματα που δεν μπορούσαν  οι συνάδελφοί τους σε άλλους κλάδους.
Οι εγγεγραμμένοι στα λίγα αυτά  σωματεία αποτελούσαν τη μειοψηφία της εργατικής τάξης του νομού, που υπέφερε από ένα καθεστώς ασυδοσίας, αδικίας και στυγνής εκμετάλλευσης, στους εργασιακούς χώρους και  γενικότερα. Οι χωροφύλακες αποτελούν φόβο και τρόμο για τους εργάτες που παρ’ όλο το κυνηγητό και τις διώξεις, οργανώνουν σποραδικά κάποιες απεργίες και άλλες κινητοποιήσεις. Όπως όμως σε κάθε ιστορική περίοδο υπάρχουν οι πρωτεργάτες των αγώνων, έτσι και εδώ ξεχωρίζουν τα πρωτοπόρα εργατικά στελέχη που παίρνουν στους ώμους τους την ευθύνη της οργάνωσης των συναδέλφων τους. Με αλφαβητική σειρά, τα ονόματα των κυριοτέρων στελεχών αυτών, στην μεγάλη πλειοψηφία τους μέλη και στελέχη του νεοσύστατου Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΕ), είναι:
1)     ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, τσαγγάρης
2)     ΓΕΡΟΥΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, εργάτης
3)     ΓΚΑΛΙΜΑΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, τσαγγάρης
4)     ΓΚΟΥΜΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, τσαγγάρης
5)     ΔΑΦΝΟΣ ΑΛΙΚΙΒΙΑΔΗΣ, οικοδόμος
6)     ΔΡΟΥΓΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, μαραγκός
7)     ΖΕΡΒΑΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ, τσαγγάρης
8)     ΖΕΡΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, τσαγγάρης
9)     ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, τσαγγάρης
10) ΚΑΜΕΝΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ, τσαγγάρης
11) ΚΑΜΕΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, τσαγγάρης
12) ΚΩΣΤΑΡΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, τσαγγάρης
13) ΛΥΓΟΥΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ράφτης
14) ΛΥΓΟΥΡΑΣ ΣΠΥΡΟΣ, αδελφός του Γιώργου
15) ΜΠΑΡΤΖΙΩΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, εργάτης
16) ΜΑΣΤΟΡΑΣ ΣΠΥΡΟΣ, καπνεργάτης
17) ΜΠΙΚΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, κουρέας
18) ΜΠΙΤΖΑΜΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ομπρελάς
19) ΜΠΟΤΣΩΛΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, μαραγκός
20) ΝΑΚΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ, εργάτης
21) ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ, τσαγγάρης
22) ΠΑΠΑΊΏΑΝΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, ράφτης
23) ΠΑΝΟΥΤΣΟΣ ΚΩΣΤΑΣ, μαραγκός
24) ΣΠΗΛΙΑΝΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, εργάτης
25) ΤΣΙΜΠΟΥΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, καπνεργάτης
26) ΧΑΤΖΑΡΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, τσαγγάρης
27) ΧΕΙΜΑΡΙΩΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, εργάτης
28) ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ ΦΩΤΗΣ, κουρέας
Απέναντι από την είσοδο του τότε Κρατικού νοσοκομείου, είχε το γαλακτοπωλείο του ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Το μαγαζί αυτό αποτελούσε τόπο συνάντησης και πολιτικών συζητήσεων, πολλών εργατικών στελεχών και μελών του ΚΚΕ, ανταλλαγής επαναστατικών βιβλίων και διάδοσης του παράνομου Ριζοσπάστη. Κομβικό σημείο στην ανάπτυξη του κινήματος στην πόλη της Άρτας, είναι η άφιξη και μόνιμη εγκατάσταση το 1929 του,  οπλουργού στο επάγγελμα, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΓΚΟΝΤΖΟΥ. Μέχρι τότε δεν υπάρχουν πυρήνες του ΚΚΕ στην Άρτα και τα γύρω χωριά. Ο Γκόντζος ιδρύει την πρώτη οργάνωση του ΚΚΕ στο νομό, ένα πολύ σημαντικό βήμα στην μετέπειτα εξέλιξη της δράσης του εργατικού κινήματος της περιοχής.
Μέχρι το 1931 με πρωτεργάτη το Γκόντζο και τους  Δ. ΚΑΤΣΑΡΟ και Γ. ΣΤΥΠΑ, θα δημιουργηθούν 18 πυρήνες του ΚΚΕ και 23 πυρήνες της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας). Εκείνη τη χρονιά θα συμβεί ένα πρωτόγνωρο γεγονός στην Άρτα. Περίπου δέκα χιλιάδες κάτοικοι των ορεινών άγονων χωριών του νομού, κυριευμένοι από την απελπισία που φέρνει η πείνα, και οργανωμένοι από τους κομμουνιστές, εφορμούν στις κρατικές αποθήκες σιτηρών, ακινητοποιούν τη δύναμη της χωροφυλακής και μοιράζονται 150.000 οκάδες καλαμπόκι. Αυτή η νίκη των πεινασμένων ορεσίβιων, θα ανεβάσει το ηθικό των εργατών της πόλης και θα τους οπλίσει με πίστη στην αποτελεσματικότητα της δύναμής τους.
Στις αρχές της επόμενης χρονιάς πραγματοποιείται η πρώτη μεγάλη οργανωμένη απεργία. Περισσότεροι από εκατό οικοδόμοι, που χτίζουν ένα συγκρότημα σχολείων (1ο Γυμνάσιο και 1ο και 2ο Δημοτικό σχολείο), απέναντι από την πλατεία Σκουφά, με μεροκάματο μόνο 25  δραχμές, και δουλεύοντας «από ήλιο σε ήλιο», βάζουν στις τσάντες τα μυστριά και τα σφυριά τους και βγαίνουν στο δρόμο. Μια τριμελής επιτροπή απεργών με επικεφαλής τον ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΔΑΦΝΟ, επισκέπτεται το Δήμαρχο και το Νομάρχη ζητώντας αυξήσεις στα μεροκάματα και οχτάωρο. Η απεργία προκαλεί μεγάλη αναταραχή, ο τοπικός τύπος την προβάλλει στα πρωτοσέλιδά του και ο λαός ξεσηκώνεται στο πλευρό των οικοδόμων, οι οποίοι καταφέρνουν να επιστρέψουν νικητές στα γιαπιά.
Την ίδια χρονιά (1932), γιορτάζεται για πρώτη φορά στην Άρτα η εργατική Πρωτομαγιά. Η εκδήλωση έγινε σε καθεστώς παρανομίας κάτω από τη μύτη της χωροφυλακής, στους Κεραμάτες, έναν οικισμό έξω από την πόλη, σ’ ένα χωράφι. Οι εργάτες έφτασαν στο χώρο της εκδήλωσης σε μικρές ομάδες και συγκεντρώθηκαν περίπου διακόσια άτομα. Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν και ο γραμματέας του ΚΚΕ στο νομό Χαράλαμπος Γκόντζος, που μίλησε για τα προβλήματα των εργατών της περιοχής και των Ελλήνων εργαζομένων γενικότερα. Στην ομιλία του ανέλυσε την κατάσταση όπως αυτή διαμορφωνόταν στο παγκόσμιο κίνημα, με τις ελπίδες που γεννούσε στους εργάτες των λαών όλου του κόσμου, το στέριωμα της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης στη Σοβιετική Ένωση, προκαλώντας μεγάλο ενθουσιασμό στους εργάτες.
Μετά την επιτυχία αυτών των εκδηλώσεων, το εργατικό κίνημα δείχνει να ανεβαίνει απειλητικά για την άρχουσα τάξη και τους εκφραστές της. Οι καταπιεσμένοι εργάτες αρχίζουν να αντιδρούν στη στυγνή εκμετάλλευση των αφεντικών και την τρομοκρατία που σκορπούσε η παντοδύναμη χωροφυλακή. Τώρα είναι η ώρα που πρέπει να βρεθούν νέοι μηχανισμοί καταστολής, πιο αποτελεσματικοί. Νομάρχης, διοικητής Χωροφυλακής, Δικαστικοί, και άλλοι παράγοντες του νομού, συσκέπτονται πυρετωδώς για να αντιμετωπίσουν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο».
Στις βουλευτικές εκλογές του 1932, που έγιναν με απλή αναλογική, υποψήφιος του ΚΚΕ είναι ο γιατρός ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ. Ο Γκόντζος και ακόμα τρία εργατικά στελέχη, μέλη του κόμματος, εμπλέκονται ενεργά στον εκλογικό αγώνα. Μπαίνουν έτσι ακόμα μια φορά στο μάτι των Αρχών.  Μετά από πολλές συσκέψεις, και με αφορμή την παράβαση από τη μεριά των εργατών του ιδιώνυμου, ενός νόμου που ψήφισε η κυβέρνηση Βενιζέλου το 1929 για να χτυπήσει την άνοδο του ΚΚΕ, η  «Επιτροπή Ασφαλείας» του νομού συλλαμβάνει τους τέσσερις πρώτους «επικίνδυνους» κομμουνιστές. Οι συλληφθέντες καταδικάζονται σε πολύμηνη φυλάκιση και εκτοπίζονται σε Ανάφη, Ίο και Φολέγανδρο. Μετά από αυτούς θα ακολουθήσουν κι άλλοι πολλοί αγωνιστές και για πολλά χρόνια ακόμα, να φυλακίζονται, να βασανίζονται και να παίρνουν το δρόμο της εξορίας σε πολλά μέρη της ίδιας της  πατρίδας τους …
Η τοπική εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» γράφει την 1η Απριλίου 1933: «Ληξάσης της ποινής των, επανήλθον οι υπό κομμουνισμώ κατηγορούμενοι, κ.κ. Γεώργιος Στύπας, Χαράλαμπος Γκότζιος, Δημήτριος Κατσαρός και Τάκης Ζάγκας».
Επανήλθαν χωρίς όμως να «σωφρονιστούν». Λίγο καιρό μετά την επιστροφή των τεσσάρων, γίνεται στην Άρτα μεγάλο συλλαλητήριο των πορτοκαλοπαραγωγών. Στην επιτροπή αγώνα που πηγαίνει στη Νομαρχία για να καταθέσει υπόμνημα με τα αιτήματά τους, συμμετέχει ο Γκόντζος. Οι παραγωγοί βρίσκουν την πόρτα κλειστή και παρ’ όλες τις φωνές τους κανείς δεν τους δίνει σημασία. Τότε ο Γκόντζος περνάει πάνω από τα ψηλά κάγκελα της αυλής και από την πίσω πόρτα μπαίνει στη Νομαρχία και δίνει το υπόμνημα στη γυναίκα του νομάρχη. Καταδικάζεται γι’ αυτή την «εισβολή» του σε έξι μήνες φυλακή.
Οι κινητοποιήσεις των εργατών δεν γινόταν πια να σταματήσουν. Τα μεγάλα  εργασιακά προβλήματα που τους απασχολούν, το καθεστώς ανελευθερίας και η φτώχεια που βιώνουν, σπρώχνουν όλο και περισσότερους στη συσπείρωση στα σωματεία τους. Πρωτοπόροι οι τσαγγαράδες, πιο ανοιχτοί στις νέες προοδευτικές και επαναστατικές ιδέες, απασχόλησαν συχνά με τις κινητοποιήσεις τους τις αρχές του νομού. Κατάφερναν πολλές φορές να ικανοποιούν τα αιτήματά τους, αφού οι κινητοποιήσεις τους είχαν πολύ μεγάλη συμμετοχή. Να σημειωθεί εδώ πως δεν υπάρχει ακόμα Εργατικό Κέντρο στο νομό κι έτσι οι διοικήσεις των σωματείων συνέρχονταν για συνεδριάσεις στα γραφεία του ΚΚΕ.
Στις δημοτικές εκλογές του 1934, το ΚΚΕ κατεβάζει υποψήφιο Δήμαρχο τον συνδικαλιστή τσαγγάρη ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΑΡΟ, που παίρνει 145 ψήφους.  Θεωρείται επιτυχία αν αναλογιστεί κανείς πως δεν ψήφιζαν οι γυναίκες, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι εκλογές και επίσης πως ήταν η πρώτη φορά που κατέβηκε υποψήφιος των εργατών. Στις βουλευτικές εκλογές της ίδιας χρονιάς, το ΚΚΕ κατεβάζει υποψήφιο βουλευτή τον Χαράλαμπο Γκόντζο. Στους εργάτες επικρατεί ενθουσιασμός. Κάνουν ένα προεκλογικό αγώνα κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, ενώ   έχουν και εκλογικό κέντρο στην περιοχή «Μουχούστι». Τα αποτελέσματα δίνουν στον υποψήφιο των εργατών μόλις 160 σταυρούς. Το όφελος όμως από αυτή την εκλογική μάχη είναι πολύ μεγαλύτερο αφού βγαίνουν στο προσκήνιο του αγώνα μια σειρά νέα εργατικά στελέχη.
Το 1936 η φασιστική δικτατορία του Μεταξά καθαιρεί τους εκλεγμένους εκπροσώπους των εργατών από τις διοικήσεις των σωματείων και διορίζει δικούς της. Είναι φυσικό από τότε και για όσο διαρκέσει η δικτατορία οι φασίστες «συνδικαλιστές» να εξαντλούν την δραστηριότητά τους σε ύμνους και φιέστες στον… «πρώτο εργάτη» Ιωάννη Μεταξά. Τα εργατικά στελέχη του νομού που είχαν πρωτοστατήσει μέχρι τώρα στους λαϊκούς αγώνες, έπαιρναν το δρόμο για τα μπουντρούμια της Ασφάλειας όπου βασανίζονταν και φυλακίζονταν. Τα περισσότερα από τα στελέχη που αναφέρονται πιο πάνω, εξορίστηκαν μακριά από τον τόπο τους σαν «επικίνδυνοι».
Μέχρι όμως να ξεσπάσει ο πόλεμος, θα υπάρξει άλλη μια μεγάλη στιγμή του κινήματος στο νομό: ο (παράνομος) γιορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς το 1938. Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, αρχίζει με απόλυτη μυστικότητα η προετοιμασία της εκδήλωσης. Ανατίθεται στον επικεφαλής της μαθητικής οργάνωσης της ΟΚΝΕ Γυμνασίου, Β. ΖΟΡΜΠΑ, να βγάλει με καρμπόν πολλές χειρόγραφες προκηρύξεις με συνθήματα της Πρωτομαγιάς και κατά της δικτατορίας. Η οργάνωση όρισε τους ανθρώπους που θα έριχναν τη νύχτα τις προκηρύξεις και θα κρεμούσαν στους δρόμους της πόλης τα πανό με τα αντιδικτατορικά συνθήματα. Χιλιάδες προκηρύξεις διασκορπίστηκαν στους δρόμους, αναρτήθηκαν σε κεντρικά σημεία μεγάλες κόκκινες σημαίες, και η μέρα ξημέρωσε με την Άρτα κατακόκκινη. Η ασφάλεια πιάστηκε για μια ακόμα φορά στον ύπνο. Δεν μπόρεσε να πιάσει κανέναν από τους οργανωτές. Οι πρωτοπόροι αγωνιστές της Άρτας είχαν κερδίσει μια ακόμα νίκη απέναντι στη φασιστική δικτατορία. Στο δεύτερο μέρος, προσεχώς,  θα γίνει αναφορά στην περίοδο των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση.

Βιβλιογραφία:
Γιαννάκου-Γιάννη Μαστρογιάννη: «Χρονικό. Το λαϊκό κίνημα στο νομό Άρτας, 1931-1945». Εκδόσεις Πέτρα. Αθήνα 2004.
Βασίλη Β. Σφαλτού: «Μνήμες αγώνων. Η Εθνική Αντίσταση και τα ταραγμένα χρόνια της Αριστεράς στην Άρτα». Εκδόσεις Συμεών, Άρτα 1997.
Αλέκου Κουτσούκαλη: «Η Εθνική Αντίσταση του νομού Άρτας, 1940-1945. Αναμνήσεις, σκέψεις, κρίσεις. Τόμος πρώτος». Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 1983.

[ΓΕΝΑΡΗΣ 2012]

Η κυβέρνηση του μαύρου μετώπου κάνει δώρο το ιστορικό Γεφύρι της Πλάκας στη «ΜΗΧΑΝΙΚΗ» του Εμφιετζόγλου!



Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ προκαλεί την ανακίνηση ενός θέματος που είχε μείνει στην αφάνεια τα τελευταία χρόνια. Ενώ όλοι νομίζαμε πως με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακριβώς τέσσερα χρόνια πριν, παγώνει οριστικά η κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου στον ποταμό Άραχθο, από την εταιρεία «Μηχανική» συμφερόντων οικογένειας Εμφιετζόγλου, φαίνεται (σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες που δημοσιεύουν τύπος και μπλογκς της Ηπείρου) πως το υπουργείο Ανάπτυξης (υπουργός Βορίδης) ανακινεί τις διαδικασίες που απαιτούνται για να ξεκινήσει τελικά η κατασκευή του. Αν κατασκευαστεί το φράγμα, θα προκληθεί ανυπολόγιστη καταστροφή στο οικοσύστημα της περιοχής και η στάθμη του νερού θα ανέβει στο σημείο που βρίσκεται το ήδη εγκατελειμένο  από την πολιτεία, ιστορικό γεφύρι της Πλάκας, περίπου δέκα μέτρα. Αυτό σημαίνει πως θα οδηγηθεί μια ώρα αρχύτερα στην κατάρρευση. Αναδημοσιεύω την είδηση από http://romiazirou.blogspot.com/ :

[Ένας πρωτοχρονιάτικος...μποναμάς, με το ξεμπλοκάρισμα των υδροηλεκτρικών έργων που μεθοδεύει το υπουργείο Περιβάλλοντος, ήρθε να προσφέρει ανακούφιση στη "Μηχανική "του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, με το «άνοιγμα» του 2012 και να αναστατώσει τους Ηπειρώτες!!!Είναι η απεμπλοκή του υδροηλεκτρικού έργου 93 MW στον Άγιο Νικόλαο Αράχθου. Το κόστος του υδροηλεκτρικού έργου του Αγίου Νικολάου ανέρχεται σε 147 εκατ. ευρώ με απόδοση 320 εκατ. κιλοβατώρες ετησίως.Το ξεμπλοκάρισμα μιας σειράς από σημαντικά έργα, όπως της Μηχανικής, επιχειρείται από το υπουργείο Περιβάλλοντος, μετά από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, μία μέρα πριν το τέλος του περασμένου χρόνου. Σύμφωνα με την απόφαση, θα υπάρξει ρύθμιση στο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο, που θα έρθει στη Βουλή προς ψήφιση, που θα εξασφαλίζει τη συμβατότητα υδροηλεκτρικών έργων, (που προβλέπονταν από τη μελέτη - πιλότο του πρώην Υπουργείου Βιομηχανίας νυν Υπουργείο Ανάπτυξης) ανεξάρτητα από τα εάν υπάρχει ρητή αναφορά γι' αυτά στα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού αειφόρου ανάπτυξης.

Έντονες Αντιδράσεις

Οι κάτοικοι προσπαθούν να αναδείξουν τις αρνητικές συνέπειες του έργου που ουσιαστικά τον μόνο που θα ωφελήσει είναι την εταιρία. Οι θέσεις εργασίας για την περιοχή μετά τη κατασκευή του έργου θα είναι 12, όσες θέσεις μπορεί να δώσει η λειτουργία ενός μικρού ξενώνα και ενός εστιατορίου. Όσο για τη,,, πιπίλα περί ενεργειακού προβλήματος, το έργο στη πραγματικότητα δε θα λύσει το πρόβλημα της ενέργειας παρά θα επιτρέψει στον επιχειρηματία να πουλάει ακριβή ενέργεια σε ώρες μεγάλης ενεργειακής ζήτησης ,κατά την διάρκεια του καλοκαιριού (δηλαδή θα καταστρέψουν άλλη μια περιοχή , ιδιαίτερου φυσικού κάλλους για να βγάζει λεφτά ένας και για να δουλεύουν τα κλιματιστικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης). Οι κάτοικοι θέτουν το πρόβλημα της ενέργειας συνολικά και το συνδέουν άμεσα με τις πολιτικές κατανάλωσης όσο και με την ανάπτυξη των ήπιων μορφών ενέργειας.

Τα φράγματα στον Άραχθο

Η ιστορία με την κατασκευή φραγμάτων στον ποταμό Άραχθο της Ηπείρου δεν είναι πρόσφατη. Στο παρελθόν έχουν ήδη κατασκευαστεί δύο φράγματα από τη Δ.Ε.Η. το Πουρνάρι 1 και στη συνέχεια το Πουρνάρι 2. Οι συνέπειες για την περιοχή ήταν καταστροφικές, αν και η Δ.Ε.Η. υποσχόταν ήπια ανάπτυξη στη περιοχή. Πνίγηκαν χωριά, οικισμοί και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Απομονώθηκαν ολόκληρες περιοχές λόγω της λίμνης, άλλαξε το κλίμα της περιοχής με συνέπεια πολλά είδη καλλιεργειών να μην ευδοκιμούν πια στην περιοχή, εμποδίστηκε η ανανέωση των νερών του Αμβρακικού κόλπου (προστατευόμενη περιοχή σύμφωνα με τη συνθήκη Ramsar) από τα ορμητικά νερά και τα φερτά υλικά του Αράχθου με καταστροφικές συνέπειες που τα αποτελέσματα τους δεν έχουν αντιμετωπιστεί μέχρι σήμερα για το οικοσύστημα του Αμβρακικού Κόλπου (ευτροφισμός, ρύπανση, μείωση αλιευμάτων, υφαλμύρωση υπόγειων υδάτων). Τα έργα προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό το τελικό κύμα εσωτερικής μετανάστευσης των δεκαετιών 1980 και 1990 με αποτέλεσμα τα χωριά να κατοικούνται πλέον κυρίως από ηλικιωμένους. (www.epirusgate.blogspot.com)]

Από το www.epirusinfo.com αναδημοσιεύω τη δήλωση του περιφερειακού δυμβούλου Γιάννη Παπαδημητρίου, μόλις έγινε γνωστή η είδηση:

[«Εάν αληθεύουν οι πρόσφατες δημοσιογραφικές πληροφορίες για επικείμενη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης Παπαδήμου με στόχο να ανακινηθεί η κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου στον Άραχθο, τα κυβερνητικά στελέχη αλλά και ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματικός όμιλος του, συζητημένου για τις διασυνδέσεις του με το κόμμα του ΛΑΟΣ, κ. Εμφιετζόγλου μπορούν να είναι σίγουροι μόνο για ένα πράγμα: Για την οργή και την αγανάκτηση των κατοίκων των Τζουμέρκων και όλης της Ηπείρου, που θα υπερασπίσουν για μια ακόμα φορά την φυσική και πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής απέναντι στην κερδοσκοπία και την λεηλασία. Γιάννης Παπαδημητρίου, Περιφερειακός Σύμβουλος»] 

Ο «Οικοδόμος» έχει σαν θέση του πως  τα αγαθά της φύσης όπως το νερό, ανήκουν στον άνθρωπο και όχι στις εταιρείες που σκοπό τους έχουν το κέρδος. Οφείλουμε να σεβόμαστε και να προστατεύουμε από τις ορέξεις των κάθε λογής «επενδυτών» τη φυσική και βιολογική ισορροπία του Αράχθου και ολόκληρης της περιοχής. Όχι στο φράγμα του Αγίου Νικολάου που θα καταστρέψει τη φύση, τον εναλλακτικό τουρισμό, το ιστορικό πετρογέφυρο και το τελωνείο της Πλάκας, και θα αλλάξει βίαια τη ζωή και τις δραστηριότητες των κατοίκων των παραποτάμιων χωριών.

Χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση από τους κατοίκων των περιοχών και γενικότερα από όλους  όσους θέλουμε τη φυσική και ιστορική μας κληρονομιά ζωντανή, μακριά από τα γαμψά νύχια εταιρειών και κερδοσκόπων κατασκευαστών.

Ο «Οικοδόμος», από το βήμα αυτό,  θα στηρίζει και θα προβάλει κάθε φωνή και κάθε κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση.

[ΓΕΝΑΡΗΣ 2012]

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι πέτρινοι σταυροί της Χώσεψης






































Τύχη και ατυχία μαζί, είχα, να γεννηθώ στην Αθήνα. Από μικρό παιδάκι όμως πάντα τα καλοκαίρια ταξίδευα στο χωριό, πολλές φορές και Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η συχνότητα των επισκέψεών μου αλλά και τα βιώματα που απέκτησα, μ’ έκαναν να νιώθω ταυτισμένος με τον τόπο κι όχι απλά ένα παιδί που οι γονείς του κατάγονται από τη Χώσεψη. Όλα αυτά τα χρόνια, μια από τις προτεραιότητές μου ήταν – και είναι μέχρι σήμερα - η επίσκεψή μου στο νεκροταφείο. Στην άκρη του χωριού, σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αη Θανάση. Γύρω του απλώνεται μια ήρεμη συνοικία, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «η τελευταία κατοικία».

Πολύ παλιά, «τράβαγα» τον παππού απ’ τις δουλειές του και πηγαίναμε μαζί. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, εντυπωσιασμένος  από το φως που αντανακλά το λευκό μάρμαρο, και επηρεασμένος από τη  μελαγχολία που αναδύει η μουντάδα της ντόπιας πέτρας, ένοιωθα πάντα ένα δέος. Aυτό που νοιώθει ένα παιδί που πιστεύει πως η ζωή είναι «ατέλειωτη» και πασχίζει να αποδεχτεί πώς πρόσωπα μέχρι χτες δραστήρια, «ζωντανά», βρίσκονται τώρα «εκεί μέσα».

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες πάνω στους τάφους, ρωτούσα τον παππού για τον καθένα ξεχωριστά, με ένα ενδιαφέρον που πολλές φορές τον παραξένευε. Δεν κουραζόταν όμως να μου διηγείται μικρές ιστορίες, για τους προγόνους μας, τους δικούς του παππούδες, για όλους. Μικρές προσωπογραφίες για εργάτες της ζωής, για αντάρτες αγωνιστές αλλά και για τους «άλλους», αυτούς που η Ιστορία στο τέλος λησμονά…

Διηγούταν ο παππούς, κι εγώ σκηνοθετούσα στη  φαντασία μου κινούμενες εικόνες. Γυναίκες και άντρες στις πλαγιές,  να ξεχερσώνουν με τα τσαπιά, να φτιάχνουν  χωράφια. Τσοπαναραίους με τα κοπάδια τους στις κορφές των Τζουμέρκων, ν’ αντηχούν τα κυπριά των ζώων μέχρι το χωριό. Αντάρτες κι ανταρτοπούλες να διαβαίνουν στις ράχες τραγουδώντας. Φωνές, γέλια παιδικά, κλάματα, βελάσματα, που πρόδιδαν μια ζωή που πλημμύριζε τον άγριο αυτό τόπο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο χρόνος κύλησε, ο παππούς «ανηφόρισε» κι αυτός, στον Αη Θανάση. Μεγάλος πια εγώ, συνέχισα τις τακτικές μου επισκέψεις, βλέποντας πια (και) με μια άλλη ματιά το χώρο. Διέκρινα πως σε μερικούς τάφους οι σταυροί δεν ήταν από μάρμαρο, αλλά πέτρινοι. Παρατηρώντας τον καθέναν ξεχωριστά, άρχισα να ανακαλύπτω μικρές καλλιτεχνικές διαδρομές που χάρασσαν οι τεχνίτες πελεκάνοι του χωριού μας, πάνω σε ατόφια κομμάτια ντόπιας πέτρας.

Αυτοί οι παλιοί αυτοδίδακτοι λαϊκοί καλλιτέχνες, που με αντάλλαγμα δέκα οκάδες καλαμπόκι, καθισμένοι σταυροπόδι, σφυρίζοντας ηπειρώτικους σκοπούς, χτύπαγαν με το ματρακά το κοπίδι πάνω στην πέτρα, της έδιναν σχήμα, μορφή, της μιλούσαν κι αυτή τους έκανε στο τέλος το χατήρι.

Γράφει ο Σπύρος Ι. Μαντάς (1): «…Από τα πολλά στοιχεία που εξυψώνουν σε τέχνη τούτη την ενασχόληση των μαστόρων της Χώσεψης, δύο είναι εκείνα που σφραγίζουν τη μοναδικότητά της, που αλλιώς, προδίδουν την ιδιαίτερη ικανότητα αλλά και την ευαισθησία των δημιουργών. Το πρώτο, είναι το γεγονός πως κάθε σταυρός έχει βγει από μια και μοναδική πέτρα. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί το τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Τι υπομονή και επιμονή χρειάστηκε να διαθέτει ο τεχνίτης, αλλά και τι δεξιότητες ξεχωριστές για να φτάσει χωρίς προβλήματα στην υλοποίηση της πρόθεσής του. Το πράγμα ενθουσιάζει όταν, παρατηρώντας αυτές τις κατασκευές – άξιες θαυμασμού κάποτε και γι αυτό το μέγεθός τους – γίνεσαι μάρτυρας πάνω τους, μιας διακόσμησης που η αισθητική και η ευρηματικότητα των μοτίβων της, σε κάνει ακόμη και να απορείς. Να μη μας διαφεύγει η χρηστική αποστολή τέτοιων δημιουργιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο, ακόμα πιο πολύτιμο στοιχείο που κάθε σταυρός της Χώσεψης διαθέτει. Μπόρεσε ο λαϊκός τεχνίτης να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά, που η μέθεξη της δημιουργίας από τη φύση σαν βασικό συστατικό εμπεριέχει, και τη μελαγχολία, που ένας τάφος …οφείλει να αποπνέει. [  ] Βρίσκεις έτσι έδαφος, διάθεση, να αντικρίσεις και από μια άλλη πιο φιλοσοφημένη οπτική γωνία, το, έτσι κι αλλιώς, τραγικό γεγονός του θανάτου. Βοηθούν σ’ αυτό και κάποια ανορθόγραφα – ίσως γι αυτό τόσο γήινα – χαράγματα…»(2)

Έχει καταγραφεί (3) πως τους πέτρινους σταυρούς στο νεκροταφείο του χωριού, δημιούργησαν τρεις ξακουστοί μαστόροι. Ο Γεώργιος Τσιβόλας (1892-1973), ο Θεόδωρος Λύκος (1898-1992) και ο πιο ξακουστός απ’ όλους Ιωάννης Κωνσταντίνου Νταλακούρας (1902-1975). Αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά ο σπουδαίος αυτός μάστορας, που δίκαια κατέχει μια θέση στο πάνθεο των γητευτών της πέτρας.

Ο Γιάννης Νταλακούρας γεννήθηκε στο συνοικισμό «Ρουπακιά» της Χώσεψης (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Μικρό παιδί – όπως πολλά παιδιά εκείνη την εποχή – μπήκε μαθητευόμενος σε ένα από τα πολλά περιοδεύοντα μπουλούκια που αποτελούνταν από συγχωριανούς οικοδόμους. Το έμφυτο ταλέντο και η καλλιτεχνική του κλίση τον έκαναν να ξεχωρίσει σε μικρό χρονικό διάστημα, και να αναδειχτεί σε σπουδαίο μάστορα-πελεκάνο. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, συγκρότησε σαν πρωτομάστορας πια, δικό του συνεργείο από μαστόρους κι εργάτες, και άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας προς αναζήτηση δουλειάς.

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλία, μερικές από τις περιοχές που επισκέφτηκε. Χωρίς να πάει στο σχολείο, αγράμματος, μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί σχέδια κάθε είδους οικοδομής και στη συνέχεια να τα υλοποιήσει με την ομάδα του. Ανάπηρος από το ένα του πόδι (κουτσός), δεν υστέρησε ποτέ έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν τόσο καλός μάστορας, που έχτιζε με το μάτι, χωρίς ράμμα!

Έργα που άφησε πίσω του ως αδιάψευστους μάρτυρες της μαστοριάς του, είναι σπίτια που έχτισε στο χωριό του (Κυψέλη Άρτας), η εκκλησία Άγιος Δημήτριος στην Άρτα, οι βρύσες στο συνοικισμό «Σκιαδάδες» του Βουργαρελίου, και φυσικά οι πέτρινοι σταυροί του Αη Θανάση.

Ο χρόνος χαράζει κι αυτός, μετά το μάστορα, τα δικά του σημάδια πάνω στους σταυρούς. Αυτοί όμως παραμένουν εκεί, άλλοι στητοί, άλλοι γερμένοι, να θυμίζουν στους επισκέπτες του νεκροταφείου πρόσωπα και εικόνες από άλλες εποχές, προκαλώντας το θαυμασμό όλων, για τις αστείρευτες ικανότητες που έχει ο άνθρωπος όταν δημιουργεί.

Παραπομπές

(1) Ο Σπύρος Ι. Μαντάς είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής- συγγραφέας και συντάκτης του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων".
(2) και (3): Σπ. Ι.  Μαντά, Οι σταυροί της Χώσεψης. Δημοσιεύτηκε στο παλιό (αρ. τεύχους 21, 1998), καλό περιοδικό «Χάος και όψη», του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας, στην Αθήνα, «ο Άγιος Κοσμάς» που δεν υπάρχει πια.

[ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2011]