Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΣΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΣΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Δέος, σεβασμός και ευγνωμοσύνη...


Tζουμέρκα. Καταρράκτης, νομός Άρτας -  Υψόμετρο 1197 μ.
Σούρουπο Σαββάτου. Περίπου δώδεκα ώρες μετά το σταμάτημα της βροχής. Στεκόμαστε μουσκεμένοι απέναντι από τους δίδυμους καταρράκτες του χωριού. Τουλάχιστον 80-90  μέτρα μακριά από το σημείο που το νερό πέφτει και με δύναμη αγκαλιάζει την πέτρα.  Οι μικροσκοπικές σταγόνες του  μας ακολουθούν σε όποιο σημείο και αν σταθούμε. Κολλάνε στα ρούχα μας, στα χέρια, στο φακό,  θαμπώνουν τα μάτια. Ύστερα μας αφήνουν, στάζουν και γίνονται ξανά ένα με τη γη.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Κώστας Πουρναράς (Μπόσης): Η δράση* των φασιστών και των ληστοσυμμοριτών στη Χώσεψη (Κυψέλη) Άρτας, αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας

Φωτογραφία: Νίκος Κουτσοπάνος
* Η δράση των φασιστών και ληστοσυμμοριτών στη Χώσεψη, δεν περιορίζεται βέβαια στα περιστατικά που ακολουθούν, είναι μεγαλύτερη. Ένα μέρος τους μονάχα είναι καταγεγραμμένο επίσημα και σε αυτό αναφερόμαστε σε αυτήν την ανάρτηση.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Κώστας Πουρναράς (Μπόσης): Μια εκδήλωση για τον Κώστα Μπόση και ένα σχόλιο



Από την εκδήλωση για την επανέκδοση του "Αη Στράτη".
Στις 14 Γενάρη του 1996 έγινε στην αίθουσα του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα) «Ο Άγιος Κοσμάς» εκδήλωση στην οποία παρουσιάστηκε η επανέκδοση, μετά από πολλά χρόνια, του βιβλίου του Κώστα Μπόση "Αη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941". Αναδημοσιεύουμε άρθρο του περιοδικού «χάος και όψη» (τ. 11) το οποίο εκδίδεται από τον Σύλλογο, που αναφέρεται στην εκδήλωση και στη συνέχεια παραθέτουμε ένα σχόλιο δικό μας.



"ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Ένα κομμάτι γης μικρούλικο, ριγμένο στη μέση της θάλασσας…


Στις 14-1-96, στην αίθουσα του συλλόγου μας, και ύστερα από αίτημα φίλων του, τελέστηκε φιλολογικό μνημόσυνο για το συγχωριανό μας Κώστα Πουρναρά-Μπόση, με παρουσίαση  της επανέκδοσης του πρώτου βιβλίου του «Άη-Στράτης».


Ο Χρήστος Νταβαντζής.
Ο Κώστας Πουρναράς γεννήθηκε στη Χόσεψη Άρτας και πέθανε στην πόλη Σιμπίου της Ρουμανίας. Το πορτρέτο του συνοψίζεται στο ακόλουθο τρίπτυχο: φωτισμένος δάσκαλος, ακατάβλητος αγωνιστής, καταξιωμένος συγγραφέας. Για τις πολιτικές του ιδέες και τη δράση του εξορίστηκε στον Άη-Στράτη και τις εμπειρίες του από αυτή την εξορία εκθέτει στο βιβλίο του «Άη-Στράτης», η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941». Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στα 33 θύματα του Άη-Στράτη που δώσανε τη ζωή τους για την εθνική και κοινωνική ελευθερία, «σε ένα κομμάτι γης μικρούλικο, ριγμένο στη μέση της θάλασσας…».


Η παρουσίαση της επανέκδοσης έγινε από το Χρήστο Νταβαντζή, που κατέβαλε κι όλη την προσπάθεια για την ανατύπωση, και την Ιωάννα Κοτελίδα, με την οικονομική στήριξη πολλών συγχωριανών μας. Παρέστησαν, επίσης, παλιοί σύντροφοι και φίλοι του Κώστα Πουρναρά. Μίλησαν γι’ αυτόν με τα πιο ζεστά λόγια της καρδιάς, ο Ιωάννης Λαμπράκης, «ο Κώστας Πουρναράς ήταν καμάρι των συγχωριανών του, δυνατός στη σκέψη και τις ιδέες, θαυμάσιος ρήτορας, δάσκαλος, αγωνιστής και άνθρωπος», ο Γεώργιος Μπαρτζώκας, «τυχερή η Χόσεψη που κρατά στους κόλπους της τον Κώστα Πουρναρά» κι ο Σωκράτης Κουτουλούζης «ο Κώστας Πουρναράς λάτρευε τα παιδιά, λάτρευε τη Χόσεψη, λάτρευε την Ήπειρο… Να είστε υπερήφανοι που ήταν συγχωριανός σας»."

Το εξώφυλλο της επανέκδοσης του "Αη Στράτη".


Σχόλιο ιστολογίου «Κώστας Πουρναράς (Μπόσης)»:



Στην αρχή του άρθρου αναφέρεται ο λόγος («ύστερα από αίτημα φίλων του») της διοργάνωσης της εκδήλωσης. Θεωρούμε πως ένα γεγονός τέτοιου μεγέθους, όπως η επανέκδοση ενός τόσο σημαντικού βιβλίου και το όνομα του συγγραφέα, που για όσους δεν το γνωρίζουν γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Χώσεψη (ή Κυψέλη, όπως είναι η σύγχρονη ονομασία της), είναι λόγοι αρκούντως σημαντικοί για να τιμηθεί ο Κώστας Πουρναράς και το έργο του, όχι κατόπιν «αιτήματος φίλων του», αλλά με πρωτοβουλία του ίδιου του Συλλόγου των συχωριανών του. Δεν υπάρχουν άλλωστε και τόσοι πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι που να κατάγονται από τη Χώσεψη, και να τίμησαν τον τόπο τους με τη στάση ζωής και το έργο τους.





Τις φωτογραφίες από την εκδήλωση μας παραχώρησε ο κ. Χρήστος Νταβαντζής, τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά.

http://kostasbosis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_13.html
[ΑΠΡΙΛΗΣ 2013]

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Δεν τα λογάριασες καλά παππού…



Έγραψα και αφιερώνω αυτό το κείμενο στη μνήμη του παππού μου, που έφυγε σαν σήμερα πριν από 22 χρόνια. Ήταν ένας  τίμιος άνθρωπος, εργάτης της γης και τεχνίτης της πέτρας. Ένας λεβέντης Τζουμερκιώτης. Στη ζωή του αγωνίστηκε για τα παιδιά τα δικά του και όλου του κόσμου. Πολέμησε και τραυματίστηκε για τη λευτεριά της πατρίδας του στο αλβανικό μέτωπο. Επιστρέφοντας βγήκε με τον ΕΛΑΣ στο βουνό όπου πολέμησε για την απελευθέρωση του λαού από όλα τα δεσμά του και ανταμείφτηκε γι’ αυτό -από την πατρίδα του- με διώξεις,  ξυλοδαρμούς, εξορίες και –αργότερα- ένα τεράστιο δίπλωμα κι ένα μετάλλιο… Πριν φύγει όρθιος όπως πορεύτηκε, πρόλαβε να μου αφήσει πολλά περισσότερα από το όνομά του.

Στη φωτογραφία διακρίνονται τα Τζουμέρκα με τις κορφές τους χωμένες στα σύννεφα. Τραβήχτηκε το 1980, την ίδια εποχή που το  σπίτι που περιγράφω στο κείμενο (ηλικίας τότε μόλις 23 χρόνων) γκρεμίστηκε για να ανοίξει η «δημοσιά» που βλέπετε και λίγο αργότερα ασφαλτοστρώθηκε. Το σπίτι ξαναχτίστηκε λίγους μήνες αργότερα μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο φωτογράφος στεκόταν ακριβώς δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι όταν εστίαζε το φακό του. Δεν ξέρω το όνομά του. Την φωτογραφία βρήκα στο hosepsi.net. Το κείμενο βασίστηκε σε παλιότερο, γραμμένο πριν περίπου ένα χρόνο έχοντας στη σκέψη μου το ίδιο πρόσωπο. Από τότε πολλά πράγματα άλλαξαν στη ζωή. Το διόρθωσα, αφαίρεσα κάποια κομμάτια του, πρόσθεσα μερικά καινούργια ιδωμένα με σημερινή ματιά και σας το καταθέτω στην οριστική του μορφή. (Οικ.)


Ήθελε ακόμα να ξημερώσει. Ο χειμώνας βαρύς. Ανέβαινα απ’ τη δημοσιά, περπατώντας έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο που και τ’ αυτοκίνητα ακόμα θα ‘θελαν να τον αποφύγουν. Στην Καρυά, κοβόταν απότομα κι άρχιζε το μονοπάτι. Απόρησα, γιατί υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι τον Αη Γιώργη από χρόνια. Παλιά όταν ήμουν παιδάκι και μ’ έφερνε το λεωφορείο του Αλέκου από την Άρτα, τα αυτοκίνητα σταματούσαν εδώ. Από κει και πάνω,  μόνο για τα ζωντανά και για γερά πόδια. Ήταν τότε που με περίμενες κάτω από την πλατεία, με το γομάρι δεμένο στην καρυδιά, στερέωνες τη μικρή καρό βαλίτσα μου στ’ αριστερά στο σαμάρι, μ’ ανέβαζες πανωσάμαρο κι εσύ από δίπλα  ποδαρόδρομο. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, δυο τσγάρες δρόμος.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς ανέβαινα τα πέτρινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στην πλατεία. Οι πόρτες των μαγαζιών κλειστές. Η σιδερένια πόρτα τ’ Αη Νικόλα κλειδωμένη κι αυτή, λες και από κάτι είχε να φοβηθεί ο άγιος. Πάνω στα λίγα τραπέζια των καφενείων  της πλατείας, αναποδογυρισμένες οι καρέκλες. Ερημιά μαύρη και παγωνιά. Ο γιαννιώτης σήκωνε τα πεσμένα φύλλα γύρω απ’ τον γερο πλάτανο και τα ‘στρωνε σ’  ένα κυκλικό χορό χωρίς αρχή και τέλος. Από την πέτρινη βρύση δεν έτρεχε στάλα  νερό. Τέτοια εποχή…

Άφησα πίσω μου την πλατεία. Πέρασα έξω απ’ του Μπλέτσου. Σκοτεινά. Στου Πουρναρά το ίδιο. Και στου Μπέσου. Παγωμένη η νύχτα, σφαλισμένα τα παντζούρια, τα μπουχαριά χωρίς καπνό. Στην άκρη, από το τσιμεντένιο αυλάκι, ακουγόταν το νερό που κυλούσε ορμητικά προς την αυλή του μυλωνά. Μπόρεσα να διακρίνω στο λιγοστό φως που σκόρπιζαν οι κολώνες του ηλεκτρικού την αντάρα που σκέπαζε απέναντι τη Ρουπακιά και κατέβαινε χαμηλά ως τη Γκούρα. Φουσκωμένη αυτή από μεγάλες κατεβασιές νερού που βιάζονταν να συναντήσουν τον Άραχθο.

Μετά τη στροφή του Μπράνα, πάγωσα. Δεν ήταν απ’ το κρύο. Το δίπατο πέτρινο σπίτι στέκονταν πάλι εκεί, όρθιο όπως παλιά. Ένα αχνό φως έφεγγε στο δυτικό παράθυρο που,  δεν ξέρω γιατί, δεν είχε πατζούρι. Απ’ όλα τα παράθυρα  έλειπαν τα πατζούρια. Ανέβασα το βλέμμα μου στο μπουχαρή. Καπνός;! Τα πόδια μου άρχισαν να κινούνται χωρίς να περιμένουν τις σκέψεις. Έσπρωξα  τη λυσιά, δρασκέλισα την αυλή και ζύγωσα  τ’ αφτί στην εξώπορτα. Άρχισε να πέφτει ένα ψιλόβροχο που πήγαινε να γίνει χιόνι, άλλαζε γνώμη για λίγο και το γύρναγε πάλι. Ακούγονταν μόνο η φουσκωμένη Γκούρα και  οι σταγόνες της βροχής. Έσκυψα  στο παράθυρο. Το τραβηγμένο πλεχτό κουρτινάκι της γιαγιάς άφηνε να φανεί το εσωτερικό του σπιτιού.

Σαν  μια αόρατη δύναμη να μου ΄δωσε μια σπρωξιά στην πλάτη και πέρασα  τη μισάνοιχτη πόρτα. Στάθηκα στο φαρδύ διάδρομο. Στ’ αριστερά  το καλοκαιρινό. Μπροστά η σάλα, ένα μικρό, στενό δωμάτιο. Το δικό μου. Πόσα καλοκαίρια πέρασα εδώ μέσα. Πόσα ήταν αυτά που ονειρεύτηκα, πόσα βιβλία διάβασα,  σε πόσους τόπους κι εποχές μακρινές κι αδιάβατες για το μπόι μου ταξίδεψα... Το ξύλινο κρεβάτι με το αχυρένιο στρώμα, ακουμπάει ακόμα στον τοίχο, δίπλα στον αδειανό πια γίκο. Στον απέναντι τοίχο η κρεμάστρα αδειανή. Μια τάβλα με μια σειρά από καρφιά καρφωμένα πάνω της. Όλα σκουριασμένα. Οι τσατμάδες χάσκουν  μέσα από τους πεσμένους σοβάδες. Παντού σκόνη και σφαλαγγουδιές. Η κλεισούρα έντονη, απλώνεται παντού, ποτίζει τις αισθήσεις...

-Έλα, θα κρυώσεις.

Ένιωσα τους αρμούς μου να λύνονται. Σαν ένα βάρος να ‘πεσε στους ώμους μου απότομα και γω αδύναμος να παραδίνομαι. Γύρισα προς τον οντά. Εσύ;! Μα… πέρασαν τόσα χρόνια… που…  Δίπλα στη γωνιά, μαζεμένος κουβάρι, και πάνω στο κόκκινο σάισμα ανάμεσα στα πόδια σου, το μικρό ξύλινο σκαμνάκι που, σε θυμάμαι, ακουμπούσες κι έκοβες τον καπνό σου. Στο ένα χέρι κρατούσες σφιχτά  τα καπνόφυλλα και στ’ άλλο το μαχαίρι με την κυρτή λάμα. Δεν σήκωσες το βλέμμα σου. Ακουμπούσες τα φύλλα στο σκαμνάκι κι ύστερα πίεζες  πάνω τους το μαχαίρι, κάνοντας ήρεμες ρυθμικές κινήσεις και τα ψιλόκοβες πάνω στο ξύλο. Πολλές  ψιλές κοψιές, όλες ίδιες, σα να τα ‘κοβε μηχάνημα. Μια γλυκιά μυρωδιά έφευγε απ’ τα κομμένα φύλλα κι ανακατεύονταν με τον καπνό της φωτιάς που δραπέτευε  απ’ τη γωνιά. Όταν φύσαγε ο γιαννιώτης, πάντα κάπνιζε η γωνιά. Δεν πρόλαβα να συνέλθω…

-Σε  περίμενα. Πάρε ποτήρια. Βάλε να ζεσταθούμε.

Περπάτησα πάνω στα σανίδια του πατώματος που έτριζαν κάτω απ’ τα βήματά μου. Πρόλαβα να διακρίνω τα κενά που είχε ανοίξει ανάμεσά τους ο χρόνος. Ήταν μεγάλα, σαν τα κενά που ανοίγει μέσα μας η απουσία των αγαπημένων προσώπων. Σαν το δικό σου κενό. Και να που τώρα… Καθώς γέμιζα με  τσίπουρο τα ποτήρια σήκωσες για πρώτη φορά τα μάτια σου απ’ τη γωνιά και με κοίταξες. Μ’ εκείνο το αυστηρό και καθάριο βλέμμα που πάντα έκρυβε όλα όσα λαχταρούσε να δει ένα παιδί. Έσπρωξες τον κομμένο καπνό μέσα στη μικρή δερμάτινη καφέ σακούλα και σκούπισες το ξύλο με την παλάμη. Τράβηξες ένα από κείνα τα ψιλά ροζ χαρτάκια, απ’ τη μικρή θήκη της καπνοσακούλας  κι έστριψες μια τσγάρα…  Για μένα;! Πολλά τα χρόνια που πέρασαν απ’ όταν κάπνισα για τελευταία φορά. Δίσταζα. Γέλασες, με κείνη τη σιγουριά του μεγαλύτερου, όταν ξέρει την αλήθεια που μάταια προσπαθεί να του κρύψει ένα παιδί. Το γέλιο σου… εκείνο το βροντερό γέλιο που αντιλαλούσε στα πλάγια…

-Αϊ, κακή σ’ ημέρα, δεν το καταλάβαινα λες;

Το ‘ξερες;! Τα ζεστά μεσημέρια, τότε που ξάπλωνες αποκαμωμένος να ξεκουραστείς καμιά ώρα, άνοιγα σιγά την πόρτα της σάλας κι έμπαινα σαν ένας μικρός κλέφτης στον οντά. Έπαιρνα την καφέ καπνοσακούλα με τα ροζ χαρτάκια απ’ το σακάκι σου και κατέβαινα τρέχοντας στο πλάι να μη με δει ξένο μάτι. Κακόστριβα, το σάλιωνα, πάλευα κάμποση ώρα με το τσακμάκι, μου ‘σβηνε και πάλι από την αρχή. Και συ, το ξερες;! Ποτέ δεν μου το είπες. Μου έλεγες μόνο πως το κάπνισμα είναι κακό πράμα. Άναψες το τσακμάκι και άπλωσες το χέρι. Έσκυψα και τράβηξα λαίμαργα μεγάλες ρουφηξιές. Σε κοίταζα. Δε σε χόρταινα. 

Η βροχή δυνάμωνε. Χτυπούσε δυνατά πάνω στα τσίγκια του στέγαστρου που κάλυπτε την είσοδο του σπιτιού. Ο ήχος πέρναγε μέσα στο σπίτι απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και έκανε τη σαστιμάρα  μου ακόμα μεγαλύτερη. Άδειασα απότομα το ποτήρι μου.  Σε παρατηρούσα σκυμμένο που  σύμπαγες τη φωτιά και χάραζες με τη μασιά βαθιές αυλακιές πάνω στη στάχτη. Τα κούτσουρα τριζοβολούσαν και η φλόγα κοκκίνιζε το αδύνατο πρόσωπό σου κι έκανε τα μάτια σου να γυαλίζουν. Έβγαλες τη μαύρη τραγιάσκα, αυτή που κάποτε μου ‘λεγες πως είναι σαν του Βλαδίμηρου, την ακούμπησες στο πάτωμα δίπλα στη γωνιά κι έτριψες το κεφάλι...

-Άλλαξαν πολλά απ’ όταν έφυγα...

Έσκυψες το κεφάλι για λίγο, πήρες την τραγιάσκα, την τίναξες και τη φόρεσες. Άρχισες να μου μιλάς  και τότε χάθηκε ο χρόνος, χάθηκαν όλα τριγύρω, έμεινε μόνο η αναμμένη γωνιά, εσύ κι εγώ. Και μου ΄λεγες για τα παλιά χρόνια, τότε που η γη ήταν αφιλόξενη. Οι πλαγιές του βουνού απότομες, το χώμα λιγοστό. Κάρφωνες τον κασμά πάνω στην πέτρα. Σκάβατε τη γη με τα τσαπιά, τις αξίνες, με τα σκεπάρια. Και γυρίσατε τις πλαγιές τ’ ανάποδα και χτίσατε ξερολιθιές, χιλιόμετρα ξερολιθιές, να κρατούν τα χώματα. Και φτιάξατε χωράφια.

-Πέτρα, παντού πέτρα. Χόρταινε το τομάρι  δουλειά. Να τη βγάλεις, να την κόψεις, να την πελεκήσεις, να τη βάλεις τη μια πάνω στην άλλη. Μοναχός, όλη μέρα, χωρίς βοήθεια. Δουλειά από νύχτα σε νύχτα. Για να μερέψει τούτη η γη, να δώσει καρπό, την ποτίσαμε με πολύ ιδρώτα.

Η γη γέννησε. Ο καρπός λίγος, τα στόματα πολλά. Κι έφυγες με τα μπουλούκια. Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Πελοπόννησος. Τα σπίτια που έχτισες, μετανάστης στον τόπο σου. Μήνες φευγάτος απ’ το χωριό και η Κωστάντω πίσω μοναχή, να καρτερεί τα Χριστούγεννα, το Πάσχα. Να παλεύει με τα χωράφια, να  τα βάζει με τα ζωντανά, να κάνει κουμάντο  πέντε παιδιά. Φτώχεια.  Και ελπίδα…

Μετά ήρθε ο πόλεμος παππού κι έφυγες για την Αλβανία. Κι εκεί στέρηση, πόνος, κακουχίες, μα φλόγα άσβεστη η λευτεριά. Για την πατρίδα έδινες και τη ζωή σου. Δε σου ‘λαχε. Γύρισες πίσω νικητής. Δεν πρόλαβες να κρεμάσεις το τουφέκι, ν’ αγκαλιάσεις το ταίρι σου, να καμαρώσεις τα παιδιά σου, να δεις τον ήλιο λεύτερος. Κατέφτασε άλλος εχθρός, δυνατότερος από τον πρώτο. Αυτός φάνταζε ανίκητος. Έσκιαζε τους άλλους λαούς  κι αυτοί υποκλίνονταν στο πέρασμά του.

Βγήκες στο βουνό, να τον πολεμήσεις. Στάθηκες όρθιος, αναμετρήθηκες στα ίσα, πάλεψες σαν λιοντάρι. Τον είχες νικήσει και τον έδιωχνες παππού. Και μαζί μ’ αυτόν έδιωχνες και το παλιό. Στην ανάπαυλα της μάχης, δίπλα στη φωτιά -σαν να σε βλέπω απόψε - ακουμπούσες το κεφάλι στο τουφέκι, όπως τώρα στη μασιά κι ονειρευόσουν να χτίσεις ένα καινούργιο χωριό. Καλύτερο από πριν. Και στο τέλειωμα της μέρας, όταν κουρασμένος θ’ άπλωνες τα πόδια σου στο ξύλινο σκαμνάκι και θα ‘βρεχες τα χείλη με μια στάλα τσίπουρο, θ’ αγνάντευες χαμογελώντας μακριά τον ήλιο που θα ‘γερνε πίσω απ’ το Ξεροβούνι και θα ‘κανες σχέδια για τα παιδιά και τα εγγόνια σου. Με τη σιγουριά του ζευγά που ξέρει πως θ’ ανταμειφτούν τα κόπια του.

Όμως, δεν τα λογάριασες καλά. Οι εχθροί δεν είχαν τελειωμό. Μπροστά σου είχες έναν ακόμα. Πιο ύπουλο, πιο βρώμικο, χειρότερο απ’ τους άλλους. Και πήρε με το μέρος του τον συγγενή, τον γείτονα, τον φίλο.  Το σίδερό του ήταν πιο βαρύ. Γέμισες πάλι τη βαλίτσα. Κι έφυγες ξανά με τα μπουλούκια. Κύθηρα, Λήμνος, Μακρονήσι. Όχι για μεροκάματο αυτή τη φορά... Σ’ έναν πόλεμο που ο νικητής τα ’παιρνε όλα έπρεπε ο χαμένος να ποδοπατηθεί, να νοιώσει ένα τίποτα. Στάθηκες όρθιος, δε λύγισες. Κάποτε τα ταξίδια τέλειωσαν. Γύρισες πίσω και πάλι απ’ την αρχή. Στο ένα χέρι το  μυστρί και στ’  άλλο η τσάπα. Και πάλι ιδρώτας και πάλι αγώνας και πάλι όνειρα. Και πάντα ένα γιατί…

Δεν μίλαγες ποτέ γι αυτά, όσες φορές κι αν σε ρώτησα. Σώπαινες και  χαμήλωνες τα μάτια. Δεν καταλάβαινα τότε. Μα μου ‘λεγες για το μετά, για τα καλύτερα που θα ‘ρθουν. Αυτά που θα φέρναμε εμείς. Ήσουν σίγουρος γι’ αυτό. Κι έκρυβες καλά την πληγή μέσα σου όλα αυτά τα χρόνια. Από πού ξεκίνησε και που κατάληξε  αυτός ο  αγώνας... Πόσα αμούστακα αγόρια και κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά έμειναν για πάντα πάνω στις κορφές του Τζουμέρκου. Πόσα ελάτια δεν ήπιαν απ’ το αίμα τους και θέριεψαν κι άπλωσαν τα κλαριά τους κι έφτιαξαν ίσκιο να τα προστατεύουν απ’ την κάψα του καλοκαιριού και το χιόνι του χειμώνα. Και πόσα γλυκόλαλα πουλιά δεν έκατσαν πάνω στα κλαριά και τα συντρόφεψαν  με το τραγούδι τους. Εκείνο το τραγούδι που σε θυμάμαι  και συ να σιγοψιθυρίζεις. «Τα μαύρα τα μαλλιά μας κι αν ασπρίσαν...».

Η βροχή έγινε καταιγίδα. Ο αέρας έσπρωχνε τις μαυρισμένες πλάκες της σκεπής. Τις έκανε να αναπηδούν. Το νερό κυλούσε ανάμεσά τους.  Πέρασε στο ξύλινο ταβάνι. Άρχισαν να στάζουν στο πάτωμα οι πρώτες σταγόνες. Σε κοίταζα έτσι μαζεμένο δίπλα στη γωνιά να σκαλίζεις τη φωτιά που αργοπέθαινε. Ένα μικροκαμωμένο, γέρικο, σημαδεμένο κορμί που έκρυβε μέσα του τόση φλόγα, τόση έρημο, τόση δίψα. Η πόρτα  άνοιξε διάπλατα  χτυπώντας, βγάζοντας ένα θόρυβο σαν κραυγή.  Οι  σταγόνες  έγιναν ρυάκια που κυλούσαν στους τοίχους, απλώνονταν στο πάτωμα. Σχημάτιζαν μικρούς καταρράκτες καθώς έπεφταν με δύναμη από το ταβάνι και ξέπλεναν το δωμάτιο από πόνο,  φόβο, ενοχές.  Έμειναν η οργή και η συνείδηση δίπλα στη γωνιά.  Δίπλα στη  φωτιά που πάλευε να μείνει ζωντανή. Τέλος προδιαγεγραμμένο. Όλα κάποτε πεθαίνουν.

Γύρισες πίσω παππού. Κι εγώ δεν είχα τι να σου δείξω. Τα καλύτερα που πίστευες δεν ήρθαν, δεν τα κατάφερα. Ήρθαν μέρες ακόμα πιο κακές. Οι εχθροί είναι πολλοί και δυνατοί, δεν τελειώνουν, ποτέ δεν τέλειωσαν, μόνο ρούχα αλλάζουν. Κι εμείς, είμαστε λίγοι παππού. Πόσο θ’ αντέξουμε; Κρατάμε όμως, ακόμα, κρατάμε…

Από μακριά ακούστηκε ο λυγμός ενός  κλαρίνου. Τον πήρε  ο αέρας στα φτερά του και τον έμπασε από την ανοιχτή πόρτα στο δωμάτιο κι αυτός έσμιξε με τους ήχους της βροχής και τους χτύπους της καρδιάς μας και οι νότες πήραν το χρώμα της κι έγιναν αίμα. Άπλωσα τα χέρια μου μα δεν σ’ έφτανα. Ήθελα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, να σου φιλήσω τα χέρια, να μεταλάβω δύναμη. Να γυρίσω το χρόνο πίσω, να μη σ’ αφήσω να χαθείς ξανά… Έριξες το πανωφόρι στην πλάτη γυρνώντας προς το μέρος μου. Το πρόσωπό σου  ήταν μουσκεμένο.

-Μη σκύψεις το κεφάλι, θα σ’ το πάρουν… Στάσου όρθιος, δυνατός, περήφανος, όπως αυτός που κουβαλάει το δίκιο... Μην τους κάνεις τη χάρη... Μη λυγίσεις... Μην κάνετε τα λάθη τα δικά μας...

Έκλεισες την πόρτα πίσω σου και χάθηκες κι ακόμα δεν κατάλαβα αν τα μάτια σου έσταζαν απ’ τη βροχή ή απ’ τα δάκρυα.


[ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2012]

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι πέτρινοι σταυροί της Χώσεψης






































Τύχη και ατυχία μαζί, είχα, να γεννηθώ στην Αθήνα. Από μικρό παιδάκι όμως πάντα τα καλοκαίρια ταξίδευα στο χωριό, πολλές φορές και Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η συχνότητα των επισκέψεών μου αλλά και τα βιώματα που απέκτησα, μ’ έκαναν να νιώθω ταυτισμένος με τον τόπο κι όχι απλά ένα παιδί που οι γονείς του κατάγονται από τη Χώσεψη. Όλα αυτά τα χρόνια, μια από τις προτεραιότητές μου ήταν – και είναι μέχρι σήμερα - η επίσκεψή μου στο νεκροταφείο. Στην άκρη του χωριού, σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αη Θανάση. Γύρω του απλώνεται μια ήρεμη συνοικία, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «η τελευταία κατοικία».

Πολύ παλιά, «τράβαγα» τον παππού απ’ τις δουλειές του και πηγαίναμε μαζί. Περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα, εντυπωσιασμένος  από το φως που αντανακλά το λευκό μάρμαρο, και επηρεασμένος από τη  μελαγχολία που αναδύει η μουντάδα της ντόπιας πέτρας, ένοιωθα πάντα ένα δέος. Aυτό που νοιώθει ένα παιδί που πιστεύει πως η ζωή είναι «ατέλειωτη» και πασχίζει να αποδεχτεί πώς πρόσωπα μέχρι χτες δραστήρια, «ζωντανά», βρίσκονται τώρα «εκεί μέσα».

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες πάνω στους τάφους, ρωτούσα τον παππού για τον καθένα ξεχωριστά, με ένα ενδιαφέρον που πολλές φορές τον παραξένευε. Δεν κουραζόταν όμως να μου διηγείται μικρές ιστορίες, για τους προγόνους μας, τους δικούς του παππούδες, για όλους. Μικρές προσωπογραφίες για εργάτες της ζωής, για αντάρτες αγωνιστές αλλά και για τους «άλλους», αυτούς που η Ιστορία στο τέλος λησμονά…

Διηγούταν ο παππούς, κι εγώ σκηνοθετούσα στη  φαντασία μου κινούμενες εικόνες. Γυναίκες και άντρες στις πλαγιές,  να ξεχερσώνουν με τα τσαπιά, να φτιάχνουν  χωράφια. Τσοπαναραίους με τα κοπάδια τους στις κορφές των Τζουμέρκων, ν’ αντηχούν τα κυπριά των ζώων μέχρι το χωριό. Αντάρτες κι ανταρτοπούλες να διαβαίνουν στις ράχες τραγουδώντας. Φωνές, γέλια παιδικά, κλάματα, βελάσματα, που πρόδιδαν μια ζωή που πλημμύριζε τον άγριο αυτό τόπο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο χρόνος κύλησε, ο παππούς «ανηφόρισε» κι αυτός, στον Αη Θανάση. Μεγάλος πια εγώ, συνέχισα τις τακτικές μου επισκέψεις, βλέποντας πια (και) με μια άλλη ματιά το χώρο. Διέκρινα πως σε μερικούς τάφους οι σταυροί δεν ήταν από μάρμαρο, αλλά πέτρινοι. Παρατηρώντας τον καθέναν ξεχωριστά, άρχισα να ανακαλύπτω μικρές καλλιτεχνικές διαδρομές που χάρασσαν οι τεχνίτες πελεκάνοι του χωριού μας, πάνω σε ατόφια κομμάτια ντόπιας πέτρας.

Αυτοί οι παλιοί αυτοδίδακτοι λαϊκοί καλλιτέχνες, που με αντάλλαγμα δέκα οκάδες καλαμπόκι, καθισμένοι σταυροπόδι, σφυρίζοντας ηπειρώτικους σκοπούς, χτύπαγαν με το ματρακά το κοπίδι πάνω στην πέτρα, της έδιναν σχήμα, μορφή, της μιλούσαν κι αυτή τους έκανε στο τέλος το χατήρι.

Γράφει ο Σπύρος Ι. Μαντάς (1): «…Από τα πολλά στοιχεία που εξυψώνουν σε τέχνη τούτη την ενασχόληση των μαστόρων της Χώσεψης, δύο είναι εκείνα που σφραγίζουν τη μοναδικότητά της, που αλλιώς, προδίδουν την ιδιαίτερη ικανότητα αλλά και την ευαισθησία των δημιουργών. Το πρώτο, είναι το γεγονός πως κάθε σταυρός έχει βγει από μια και μοναδική πέτρα. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί το τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Τι υπομονή και επιμονή χρειάστηκε να διαθέτει ο τεχνίτης, αλλά και τι δεξιότητες ξεχωριστές για να φτάσει χωρίς προβλήματα στην υλοποίηση της πρόθεσής του. Το πράγμα ενθουσιάζει όταν, παρατηρώντας αυτές τις κατασκευές – άξιες θαυμασμού κάποτε και γι αυτό το μέγεθός τους – γίνεσαι μάρτυρας πάνω τους, μιας διακόσμησης που η αισθητική και η ευρηματικότητα των μοτίβων της, σε κάνει ακόμη και να απορείς. Να μη μας διαφεύγει η χρηστική αποστολή τέτοιων δημιουργιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο, ακόμα πιο πολύτιμο στοιχείο που κάθε σταυρός της Χώσεψης διαθέτει. Μπόρεσε ο λαϊκός τεχνίτης να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά, που η μέθεξη της δημιουργίας από τη φύση σαν βασικό συστατικό εμπεριέχει, και τη μελαγχολία, που ένας τάφος …οφείλει να αποπνέει. [  ] Βρίσκεις έτσι έδαφος, διάθεση, να αντικρίσεις και από μια άλλη πιο φιλοσοφημένη οπτική γωνία, το, έτσι κι αλλιώς, τραγικό γεγονός του θανάτου. Βοηθούν σ’ αυτό και κάποια ανορθόγραφα – ίσως γι αυτό τόσο γήινα – χαράγματα…»(2)

Έχει καταγραφεί (3) πως τους πέτρινους σταυρούς στο νεκροταφείο του χωριού, δημιούργησαν τρεις ξακουστοί μαστόροι. Ο Γεώργιος Τσιβόλας (1892-1973), ο Θεόδωρος Λύκος (1898-1992) και ο πιο ξακουστός απ’ όλους Ιωάννης Κωνσταντίνου Νταλακούρας (1902-1975). Αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά ο σπουδαίος αυτός μάστορας, που δίκαια κατέχει μια θέση στο πάνθεο των γητευτών της πέτρας.

Ο Γιάννης Νταλακούρας γεννήθηκε στο συνοικισμό «Ρουπακιά» της Χώσεψης (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Μικρό παιδί – όπως πολλά παιδιά εκείνη την εποχή – μπήκε μαθητευόμενος σε ένα από τα πολλά περιοδεύοντα μπουλούκια που αποτελούνταν από συγχωριανούς οικοδόμους. Το έμφυτο ταλέντο και η καλλιτεχνική του κλίση τον έκαναν να ξεχωρίσει σε μικρό χρονικό διάστημα, και να αναδειχτεί σε σπουδαίο μάστορα-πελεκάνο. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, συγκρότησε σαν πρωτομάστορας πια, δικό του συνεργείο από μαστόρους κι εργάτες, και άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας προς αναζήτηση δουλειάς.

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλία, μερικές από τις περιοχές που επισκέφτηκε. Χωρίς να πάει στο σχολείο, αγράμματος, μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί σχέδια κάθε είδους οικοδομής και στη συνέχεια να τα υλοποιήσει με την ομάδα του. Ανάπηρος από το ένα του πόδι (κουτσός), δεν υστέρησε ποτέ έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν τόσο καλός μάστορας, που έχτιζε με το μάτι, χωρίς ράμμα!

Έργα που άφησε πίσω του ως αδιάψευστους μάρτυρες της μαστοριάς του, είναι σπίτια που έχτισε στο χωριό του (Κυψέλη Άρτας), η εκκλησία Άγιος Δημήτριος στην Άρτα, οι βρύσες στο συνοικισμό «Σκιαδάδες» του Βουργαρελίου, και φυσικά οι πέτρινοι σταυροί του Αη Θανάση.

Ο χρόνος χαράζει κι αυτός, μετά το μάστορα, τα δικά του σημάδια πάνω στους σταυρούς. Αυτοί όμως παραμένουν εκεί, άλλοι στητοί, άλλοι γερμένοι, να θυμίζουν στους επισκέπτες του νεκροταφείου πρόσωπα και εικόνες από άλλες εποχές, προκαλώντας το θαυμασμό όλων, για τις αστείρευτες ικανότητες που έχει ο άνθρωπος όταν δημιουργεί.

Παραπομπές

(1) Ο Σπύρος Ι. Μαντάς είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής- συγγραφέας και συντάκτης του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων".
(2) και (3): Σπ. Ι.  Μαντά, Οι σταυροί της Χώσεψης. Δημοσιεύτηκε στο παλιό (αρ. τεύχους 21, 1998), καλό περιοδικό «Χάος και όψη», του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας, στην Αθήνα, «ο Άγιος Κοσμάς» που δεν υπάρχει πια.

[ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2011]

Αντάριασε στη Ρουπακιά...

Μικρή απόδραση στη γενέθλια γη. Εκεί που χώμα, νερό, ήχοι και σκιές, χρώματα και μυρωδιές, επιμένουν να μας υπενθυμίζουν πως η ζωή είναι μια «υπόθεση» τόσο απλή…

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Κρύα Βρύση", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Πάνω Κάμπος", Κυψέλη Άρτας

"Ρουπακιά", Κυψέλη Άρτας

"Κρύα Βρύση", Κυψέλη Άρτας

"Κρύα Βρύση", Κυψέλη Άρτας