Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Οικοδόμος / Μεις, με τη δόξα, θα λογαριαστούμε αλλιώς


«Μεις, με τη δόξα, θα λογαριαστούμε αλλιώς…», και όχι βέβαια με λέξεις  βαλμένες στη σειρά, να συνθέτουν ή ν’ αναπαράγουν ιστορίες και να παλεύουν με νοήματα. Κι αν ακόμα τ’ ανθρώπινα ποτέ δεν ξεδιψούν (μόνο λουφάζουν) …της δόξας δεν της καίγεται καρφί αν ο Οικοδόμος συμπλήρωσε ένα πεντάχρονο, από τότε που εκτέθηκε για πρώτη φορά στη μπλογκόσφαιρα.
Ματαιοδοξία και ματαιότητα δεν θα πάψουν να διεκδικούν, με λαιμαργία, περισσότερο χώρο στην κάθε μας μέρα, τη χιλιοσκαμμένη από τις ακατάβλητες δυνάμεις του κακού, που με αμέτρητα πρόσωπα υπερισχύει ως τα σήμερα και κάνει και τη μια  ηλιαχτίδα ακόμα να φαντάζει παραδεισένια εισβολή μες στην κόλαση. Δεν φτάνει να τις ξεχωρίζει κανείς, αν δεν διαθέτει και τα ανάλογα αντισώματα για να τις αντιμετωπίσει.

Δεν χρειάζεται να «ελέγξουμε καλά τα λεξικά μας», κατά πως μας καλεί ο ποιητής πρόγονος. «Φάσματα λέξεις σαν αυτές: «πορνεία», «φυματίωση», «αποκλεισμός», και πολλές άλλες, τις μάθαμε καλά πια γιατί τις ζούμε, εμείς οι απόγονοι, σχεδόν «μέσα από την κούνια μας». Αναδύθηκαν «μες απ’ τη λήθη» για το παρελθόν που προδώσαμε (ή απλά ξεχάσαμε) και «όσο ―θα― μακραίνει των χρόνων η ουρά» οι «φθισικές ροχάλες» ―θα― γίνονται θάλασσα. Κι αν ο Οικοδόμος μοιάζειολο και πιο συχνά «με τ’ απολιθωμένα εκείνα τέρατα» είναι γιατί ποτέ δεν καταδέχτηκε να βουτήξει στα σκατά και να περάσει «απέναντι»· αντίθετα, δίνει το χέρι για να κρατήσει και να κρατηθεί, να μείνει το κεφάλι έξω απ’ τη μολυσμένη δίνη που τραβάει, μανιασμένη, στον πάτο, στο χαμό.

Συμπληρώθηκε ένα πεντάχρονο. Κι ήρθε πάνω που η αβεβαιότητα εδραιώνεται και πνίγει τις μικρές και τις μεγάλες αποφάσεις. Όπως, για το αν υπάρχει λόγος τούτο το ιστολόγιο να συνεχίσει την πορεία του· αν του απομένει διαδρομή.  Γιατί, κακά τα ψέματα, τι άλλο πια να γραφτεί; Οι λέξεις στερεύουν όταν πια έχουν όλες σχεδόν ειπωθεί, χιλιοειπωθεί, να λέμε την αλήθεια. Το ιστολόγιο δεν φτιάχτηκε για να σκοτώνει ο γράφων τις ώρες του. Γεννήθηκε σαν «τέκνο της ανάγκης» για κατάθεση και μοιρασιά· άνοιξε σαν παράθυρο σε όσα συμβαίνουν και επηρεάζουν θέλοντας και μη τις ζωές μας, την ίδια την ύπαρξή μας. Με τον καιρό έγινε τόπος συνάντησης, συντροφικότητας, αλληλεγγύης, άμυνας, κουράγιου. Αναπόφευκτα και τόπος για να κάνουν  περαντζάδα η ανοησία, η βλακεία, η κακοήθεια· για να κάνουν κάποιοι το κομμάτι τους, να πουλήσουν μούρη·  για να  χύσουν, άλλοι, τη χολή που θα τους σκότωνε αν δεν την ξέρναγαν.  Αυτά, όμως, ήταν οι εξαιρέσεις που, όπως πάντα, επιβεβαιώνουν τον κανόνα: έξω απ’ το χορό είναι εύκολο να κάνεις «κριτική» σ’ αυτούς  που χορεύουν. Και, για κάποιους, μαγκιά. Μ’ αυτά (και με άλλα), το ιστολόγιο, πορεύτηκε και ωρίμασε  σαν «τέκνο της οργής», της συνειδητοποίησης και της ανάδειξης μιας «άλλης» επιλογής, όχι απλά εναλλακτικής, αλλά, της μόνης επιλογής για έξοδο, για πάντα, από τη μολυσμένη δίνη: της ανυπόταχτης, στοχευμένης, οργανωμένης, συλλογικής πάλης, της ταξικής σύγκρουσης, με τις γενεσιουργές αιτίες της σαπίλας, της ρήξης με αυτά που δυναστεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη ζωή, χωρίς σαπίλα.

Πέντε χρόνια, λοιπόν, ήταν αρκετά για να φέρουν γεμάτες και συναρπαστικές εμπειρίες («τα γραφτά μου κέρδος δε μου ’φεραν ούτ’ ένα ρούβλι, για μισό…») που έχουν να κάνουν με ανθρώπους, με ανθρώπινες συμπεριφορές και συναισθήματα, ως αποτέλεσμα της «τριβής»  που δημιουργείται όταν περισσότερα από ένα διαφορετικά σώματα συναντιούνται και ανταλλάσσουν ό,τι διαθέτει το καθένα. Αυτό ακριβώς: το ιστολόγιο έδωσε, μοιράστηκε,  αυτό που διαθέτει. Ούτε υποσχέσεις (που σχεδόν πάντα αποδεικνύονται ψεύτικες), ούτε καλλιέργησε προσδοκίες (που πολύ συχνά σπρώχνουν τους αποδέκτες τους να πέσουν από τα σύννεφα). Αν για ένα πράγμα περηφανεύεται (μέσα του) ο Οικοδόμος αυτά τα πέντε χρόνια είναι ότι δεν κορόιδεψε, ποτέ, ούτε τον περιστασιακό επισκέπτη, ούτε τον καθημερινό αναγνώστη (υπήρχαν και τέτοιοι). «Έβγαζε» αυτό που είναι, αυτό που ―και να το ήθελε― δεν μπορεί να κρύψει,  χωρίς να σκέφτεται τον βαθμό της έκθεσής του και τους κινδύνους (υπήρξαν και τέτοιοι) που ελλοχεύουν από αυτή.  Χωρίς να σκεφτεί αν θα τσαλακωθεί η εικόνα του στα μάτια «κάποιων», αν θα στενοχωρήσει κάποιους «άλλους» ή αν θα αποσπάσει κολακευτικά σχόλια. Τα τελευταία εξάλλου λειτουργούν σαν τις Σειρήνες: μπορούν εύκολα να σε παγιδεύσουν και να σε αφανίσουν στην ανυποληψία και τον περίγελο.

Η αφετηρία του γράφοντα ήταν πάντα η ίδια. Άνοιξε τη βαλίτσα του, που  κουβαλάει σχεδόν μισόν αιώνα τώρα, και μοιράστηκε σκέψεις, γνώσεις, εμπειρίες, ανησυχίες, αγωνίες αλλά και, αναπόφευχτα,  κουσούρια και αδυναμίες. Όλα αυτά (ίσως κι άλλα) πάντα βρισκόμενος σε μια ανηλεή μάχη με τις λέξεις, που ποτέ δεν του έκαναν τη χάρη να σιαχτούν με ευκολία και χωρίς οδύνη στη λευκή επιφάνεια της οθόνης. Και έχει ήσυχη και καθαρή τη συνείδησή του· που αμφισβήτησαν κατά καιρούς μερικοί (λίγοι είναι η αλήθεια και δεν θα ήταν καν άξιο αναφοράς αν δεν φόραγαν ρούχα με ούγια επαναστατική) ξεκινώντας από διαφορετικές, πιθανώς, αφετηρίες και καταλήγοντας σε ταμπέλες και αφορισμούς ή τσουβαλιάσματα (τι πρωτότυπο).

Το ιστολόγιο δεν είναι σε θέση ν’ αποτιμήσει αυτά που έδωσε. Ο γράφων, όμως, μπορεί να βεβαιώσει με το χέρι στην καρδιά ότι πήρε πάρα πολλά («κι εξόν από φρεσκοπλυμένο ένα πουκάμισο, λόγω τιμής δεν έχω τίποτ’ άλλο χρεία…»). Και πρώτα απ’ όλα κατάλαβε ότι είναι πάρα πολλές οι φορές όπου αυτό που αντικρίζουν τα μάτια στην οθόνη είναι αυτό που νομίζουν ότι βλέπουν, δεν είναι όμως η αλήθεια. Υπήρξαν φορές που απογοητεύτηκε, που έσκασε και έβρασε στο ζουμί του, που έβαλε τις φωνές, που μια κοτρώνα τον πλάκωσε στο λαιμό, που χτύπησε τη γροθιά του στον τοίχο, που συγκινήθηκε, που ένιωσε δέος, που έσκυψε το κεφάλι από σεβασμό, που οι σφυγμοί της καρδιάς «ξέφυγαν», που υποκλίθηκε, που χαμογέλασε. Υπήρξαν φορές που ένα σχόλιο, μόλις δυο γραμμές, κάτω από μια ανάρτηση  ή κάποιο μήνυμα στο ταχυδρομείο, λειτούργησαν σαν εκρήξεις πληρότητας·  σαν τεντωμένα χέρια με τα δάχτυλα σφιχτοδεμένα στις παλάμες σαν σιδερένια μπάλα, που έρχονταν να επιβεβαιώσουν ότι, ναι, «αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»…

Αυτό το κείμενο δεν φιλοδοξεί ν’ αποσπάσει τον τίτλο του «τελευταίου», ούτε να παίξει το ρόλο ενός αποχαιρετιστήριου «απολογισμού» (όσα αποκομίστηκαν από το πεντάχρονο που πέρασε δεν θα χωρούσαν ―μάλλον― ούτε σ’ ένα βιβλίο με πολλές σελίδες)· δεν  υπόσχεται ούτε την του ιστολογίου μακροημέρευση. Ας αφήσουμε τον χρόνο να κυλήσει, έχοντας κατά νου ότι το φως βρίσκει πάντα τη γρίλια για να περάσει όταν το σκοτάδι έρχεται απειλητικό να σκεπάσει τα πάντα. «Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος. Το να μην παραδίνεσαι, αυτό είναι». Γι’ αυτό, δεν πρόκειται ν’ αφήσουμε ποτέ τους «δαίμονες», ορατούς και αόρατους, που απομυζούν τη δύναμή μας, που σαρακώνουν το παρόν και υποθηκεύουν το μέλλον μας και που θέλουν να βάλουν στο χέρι κάθε ικμάδα ζωντάνιας, καθαρής σκέψης, δημιουργικότητας και ―γιατί όχι;― επαναστατικότητας που μας έχει απομείνει, με την ελπίδα ότι θα απαλλαγούν από την ενοχλητική παρουσία μας. «Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο» ― Πιστεύει  κανείς ότι θα στριμωχνόταν ανάμεσα στις γραμμές ενός ιστολογίου;

«Μεις, με τη δόξα, θα λογαριαστούμε αλλιώς»! Στους δρόμους. Εκεί που κρίνονται οι μικρές και οι μεγάλες μάχες. Εκεί που γράφονται όλες οι παράγραφοι της ιστορίας, οι ντροπιαστικές και οι ηρωικές. Εκεί που καίγονται οι φτέρνες μαζί με τις ψυχές. Εκεί που οι καρδιές σμίγουν με τις γροθιές και βρίσκουν τα βήματα που οδηγούν στους πραγματικούς λόγους του να σκέφτεται, να ονειρεύεται, να αναπνέει κανείς. Αυτή είναι η μοναδική υπόσχεση που δίνει τούτο το ιστολόγιο και ο γράφων. «Άντε, λοιπόν, συντρόφοι, να τη διαβούμε πιο γοργά όση ζωή μας μένει»… Στους δρόμους!


ΥΓ. Αλλόκοτη εποχή. Στένεψαν πολύ οι «τέσσερις τοίχοι». Αλλεπάλληλες  ανατροπές (και απογοητεύσεις) σ’ ένα συνεχές  πισωγύρισμα. Σαν αυτό που ξέραμε να πεθαίνει και κάτι νέο να προσπαθεί να γεννηθεί. Οι μέρες κόβουν σαν καλά τροχισμένα λεπίδια. Μπορεί να σε κομματιάσουν αν δεν έμαθες, ακόμα, να τα διακρίνεις· αν δεν καταφέρνεις, ακόμα, να φυλάγεσαι και να μετράς προσεχτικά τα βήματά σου. Το κείμενο γράφεται, «σκίζεται» και ξαναγράφεται βασανιστικά, για μέρες, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ακόμα και τώρα, που «ανέβηκε», δεν είμαι σίγουρος αν καλά καμώθηκε. Είναι ώρα τώρα για «τέτοια»; Όμως, όπως πάντα, η έκθεση εδώ φωτογραφίζει την αλήθεια. Έτσι και τώρα. Αυτό δεν αλλάζει.