Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Μια βραδιά με τον «άγνωστο Βάρναλη»

Σα να ήταν εκεί...
«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ». Καισαριανή, Τρίτη 20 Νοέμβρη 2012. Ήταν μια «Βαρναλική» βραδιά.

«Αλησμόνητη θα μου μείνει η πρώτη μου συνάντησι με το Δάσκαλο στο σπίτι του, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1933. Είχε έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας με μια ανηψιά του, την Έλσα, καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται σήμερα. είχε μπη στη φοιτητική μας συντροφιά, δέθηκε μαζί μας με αδερφική φιλία. Της άρεσαν τα αθώα γλεντάκια μας, τα τραγούδια μας, η ομαδική μας απαγγελία και μια μέρα μας έφερε πρόσκλησι του Βάρναλη να πάμε να το κάψουμε στο ανοιχτόκαρδο σπίτι του. Περάσαμε ένα θείο απόγευμα με τη συντροφιά του. Ήταν εκεί κι ο Αυγέρης –άλλη σεβαστή μορφή των γραμμάτων μας- η Γαλάτεια και κάμποσοι άλλοι. Τα τσούξαμε κιόλας, ενθουσιαστήκαμε κι αρχίσαμε όλοι μαζί ν’ απαγγέλουμε τα τραγούδια του. είχαμε πραγματικό πάθος για την ποίησί του, όχι μονάχα για την απαράμιλλη αισθητική της αξία, αλλά γιατί αποτελούσε το καθημερινό ψωμοτύρι της ζωής μας. για τη νεολαία εκείνης της εποχής  δεν μπορούσε να νοηθή ύπαρξι χωρίς την ποίησι του Βάρναλη, γι’ αυτό ξέραμε απόξω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και το απαγγέλναμε φωναχτά, σα ζητωκραυγή. Θυμούμαι τη συγκίνησι του Δασκάλου. Και τώρα ακόμα, στεφανωμένος πια και καταξιωμένος ποιητής του λαού, συγκινείται τρομερά όταν ακούη τους στίχους του να φτερουγίζουν στα χείλη των φίλων του και του λαού.»
Τις αναμνήσεις του Τάσου Βουρνά, τυπωμένες ακριβώς πριν 55 χρόνια στην έκδοση του «Κέδρου» για τα πενηντάχρονα του έργου του Κώστα Βάρναλη,  πρωτοδιάβασα όταν, μαθητής του Λυκείου, άρχιζα να ανακαλύπτω τον ποιητή μέσα από τα βιβλία του. Όταν έλαβα την τιμητική πρόσκληση από τον δημοσιογράφο Ηρακλή Κακαβάνη να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του»,  από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ», η πρώτη μου κίνηση ήταν να αναζητήσω στη βιβλιοθήκη μου αυτήν την παλιά έκδοση. Ήθελα να επαναφέρω στη μνήμη μου την ατμόσφαιρα που περιέγραψε τόσο παραστατικά ο Βουρνάς.
Μια ατμόσφαιρα που κάτι από «αυτήν» -μπορώ να περηφανεύομαι μέσα μου πως- έκλεψα   κάποτε παρέα με φίλους και συμμαθητές, δίπλα σε μερικούς  σημαντικούς ανθρώπους. Μια εποχή που κάποιοι δάσκαλοί μας μας μιλούσαν για λογοτεχνία, μας «γνώριζαν» με ποιητές, μας ενθάρρυναν να διαβάζουμε και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και να γράφουμε. Δεν ήταν λίγες οι φορές –τότε και λίγο αργότερα- που γύρω από νεανικά τραπέζια με μεζέ και καλό κρασί, απλώναμε τις σκέψεις μας για το μέλλον πάνω σε έργα ποιητών ή πεζογράφων, με την ελπίδα πως οι δρόμοι που οδηγούσαν στο όνειρο θα έμεναν ανοιχτοί.
Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη μου κέντριζε την περιέργεια. Πόσο «άγνωστος» μπορεί να παραμένει ένας ποιητής που το έργο του κυκλοφόρησε σε αμέτρητες εκδόσεις, έγινε κτήμα του λαού,  γαλούχησε κάμποσες γενιές, διδάσκεται σήμερα στα πανεπιστήμια, ασχολήθηκαν και έγραψαν γι’ αυτόν τόσοι σημαντικοί άνθρωποι; Άσε που η πρόσκληση έγραφε για παρουσίαση σε… τσιπουράδικο. Τί είδους παρουσίαση βιβλίου θα ήταν αυτή, όταν ανάλογες  εκδηλώσεις γίνονται συνήθως σε άχρωμες αίθουσες, σε εκδοτικούς οίκους ή σε «πολυχώρους πολιτισμού»; Διάβασα ακόμα μια φορά  το κείμενο του Βουρνά και σκέφτηκα: Λες;…
Οι ομιλητές και ο συντονιστής της εκδήλωσης εγγυούνταν μια πετυχημένη παρουσίαση. Οι σύντροφοι –ας μου το επιτρέψουν, έτσι τους νιώθω- Μπογιόπουλος, Τσακνής και Σαρρής και η καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κυρία Γεωργία Λαδογιάννη, άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο τους και ευρύτερα,  με στίγμα, διαδρομή και προσφορά στο λαό και τους αγώνες του. Όλα αυτά έκοβαν βόλτες στη σκέψη μου ακόμα και την ώρα που -το απόγευμα της Τρίτης- βγήκα στον δρόμο για την Καισαριανή. Ο καιρός ήταν μουντός  -τα σύννεφα προετοίμαζαν το βαρύ φορτίο τους για τις ώρες που θα ακολουθούσαν- σαν την διάθεση πολλών από μας τον τελευταίο καιρό…
Έφτασα μάλλον από τους πρώτους. Ο συγγραφέας του βιβλίου υποδεχόταν με ευγένεια τους καλεσμένους του και τους οδηγούσε στις προκαθορισμένες θέσεις-τραπέζια τους. Το τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας»,  στην πλατεία της Καισαριανής είναι ένας χώρος ζεστός που γρήγορα σε κάνει να νιώσεις  σαν στο σπίτι σου. Πάνω στους τοίχους του  γραμμένοι στίχοι ελλήνων ποιητών (μπόρεσα να διακρίνω από εκεί που καθόμουν ποιήματα του Καβάφη και του Καββαδία), κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως δεν θα ήταν τυχαία η επιλογή του χώρου για την εκδήλωση.
Στάθηκα για λίγο στην είσοδο και παρατηρούσα τους προσκεκλημένους  που κατέφταναν ένας ένας. Άνθρωποι αναγνωρίσιμοι ή όχι, γνωστοί ή λιγότερο γνωστοί,  όλοι τους  απλοί, λαϊκοί   άνθρωποι, σαν αυτούς με τους οποίους συνήθιζε να κάνει παρέα κάποτε ο ποιητής. «Ο Βάρναλης δεν αγαπάει την επίδειξι ούτε την πόζα, τόσο συνηθισμένο πράμα στους Ρωμιούς γραμματιζούμενους. Αντίθετα λατρεύει τους απλούς ανθρώπους του λαού και μ’ αυτούς κάνει συντροφιά. Παλιότερα η πιο συχνή παρέα του ήταν ένας τσαγκάρης της οδού Σίνα κι ο κυρ Μιχάλης ο Σαρδέλλης, υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο Κολλάρου, ήσυχοι και σεμνοί άνθρωποι, που τον αγαπούν και τους αγαπά.» γράφει ο  Βουρνάς. Τέτοιοι άνθρωποι πέρναγαν την είσοδο του τσιπουράδικου. Αναγνώρισα μερικούς και πρώτον απ’ όλους τον Γιώργο Φαρσακίδη, τον σπουδαίο άνθρωπο της Τέχνης, αυτόν τον μεγάλο αγωνιστή, την ζωντανή ιστορία του Μακρονησιού. 

 Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και αρκετοί μπλόγκερς, όπως είπε και ο συγγραφέας του βιβλίου. Από τις συστάσεις γνώρισα τους συντελεστές της «Σεισάχθεια», κάποιους από το «Βαθύ κόκκινο», ήταν εκεί φυσικά ο Γιώργος Σαρρής και ακόμα ο Κώστας Γρηγοριάδης που είναι και σκιτσογράφος στον Ριζοσπάστη. Ήταν  και ο καλός σύντροφος «Σφυροδρέπανο»ς που είχαμε ξανασυναντηθεί   σε κάποια από τις απεργιακές συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ και έγραψε το καλύτερο ρεπορτάζ –από όσα μέχρι τώρα διάβασα- για την παρουσίαση του βιβλίου.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με την θεατρική απόδοση σατιρικού κειμένου (διαλόγου) του Βάρναλη από τους ηθοποιούς Στέλιο Γερανή και Κατερίνα Φωτιάδου. Στην συνέχεια ο Μπογιόπουλος που εκτελούσε χρέη συντονιστή και προσέθετε κάθε τόσο «αλατοπίπερο» στην βραδιά κάνοντάς μας γνωστές ανθρώπινες στιγμές του ποιητή, έδωσε τον λόγο στον Γιώργο Σαρρή που μίλησε για την ταξικότητα του έργου του Βάρναλη: «Υπάρχει σήμερα Τέχνη που να ζητάει την έξοδο, τη φυγή από τον κόσμο της ασκήμιας, από τον κόσμο της καθημερινής βιοπάλης και δυστυχίας προς τον κόσμο της αιώνιας ομορφιάς, της υπέρτατης γαλήνης και ισορροπίας όλων των δυνάμεων!» (Ολόκληρη την τοποθέτηση του  Σαρρή διαβάστε ΕΔΩ).
Ο Διονύσης Τσακνής αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα του βιβλίου στο πόσο μπορεί να βοηθήσει την προσέγγιση των νέων ανθρώπων με τον Βάρναλη και στάθηκε ιδιαίτερα  στην στάση  των διανοουμένων σήμερα. Σημείωσα την  φράση του: «σήμερα ή δεν υπάρχουν (διανοούμενοι) ή κρύβονται».
Νόμιζα πως ο λόγος μιας καθηγήτριας Πανεπιστημίου θα ήταν «βαρύς», υπερβολικά εξειδικευμένος και θα αναλωνόταν μόνο σε «τεχνικές» λεπτομέρειες του έργου του Βάρναλη. Κακώς νόμιζα. Ο παθιασμένος, χειμαρρώδης λόγος της κυρίας Λαδογιάννη συνεπήρε το ακροατήριο,  όπως σίγουρα θα συμβαίνει  και με τους φοιτητές που γεμίζουν τα αμφιθέατρα για να την ακούσουν. Μας μίλησε για τις έρευνές τις που κράτησαν χρόνια, για ένα τιτάνιο έργο για τον Βάρναλη, που ολοκληρώθηκε από ομάδες φοιτητών με την δική της καθοδήγηση και που περίμενε την έκδοσή του. Κάτι που –προς απογοήτευση όλων- δεν θα γίνει ποτέ, αφού τελικά αυτό το υλικό χάθηκε… Μια σύντομη παρέμβαση για το γλωσσικό ζήτημα και τον δημοτικιστή Βάρναλη έκανε η φιλόλογος Ρίτα Νικολαΐδου, ενώ ένα κείμενο που είχε γράψει για τον ποιητή διάβασε ο εκπρόσωπος  της «Σεισάχθεια».
Οι ομιλίες είχαν τελειώσει όταν ο Γιώργος ο Σαρρής έπιασε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει τους «μοιραίους». Δεν τον αφήσαμε φυσικά «μόνο» του. Την ίδια ώρα, κάτω από τις οδηγίες του... πανταχού παρόντα κυρίου Βαγγέλη (ιδιοκτήτη του τσιπουράδικου), άρχισαν να προσγειώνονται στα τραπέζια οι πρώτες καράφες  με το κρασί και οι απαραίτητοι μεζέδες.
Έτσι, με  γευστικό φαγητό και συντροφιά με το καλό  κρασί του «Μπούσουλα», μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε μερικούς σημαντικούς ανθρώπους και να συζητήσουμε  ενδιαφέροντα θέματα στα πηγαδάκια που δημιουργήθηκαν. Είχε ενδιαφέρον για παράδειγμα η συζήτηση με τον Ηρακλή Κακαβάνη για την έρευνά του  στο αρχείο του ποιητή. Για το πώς έγραψε το βιβλίο. Η ξενάγηση που μας έκανε στις σελίδες του. Ακούσαμε  έναν άνθρωπο να μιλάει με αγάπη για την ποίηση, για  την έρευνα, για τον Βάρναλη. Γνωρίσαμε και συζητήσαμε για το βιβλίο του Βάρναλη και για άλλα βιβλία, συγγραφείς  και εκδόσεις, τον κ. Θέμη Φασούλα, εκδότη του βιβλίου (εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ»).
Η φράση του  Τσακνή για τους διανοούμενους έγινε αντικείμενο μιας καλής συζήτησης μεταξύ  του ίδιου, ημών,   Μπογιόπουλου και άλλων ομοτράπεζων. Είχαν πολύ ενδιαφέρον οι απόψεις που ακούστηκαν και το θέμα αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας πιο πλατιάς συζήτησης  -γιατί όχι και εκδήλωσης;- κάποτε. Η άποψη του ιστολογίου πάντως –αν ενδιαφέρει κάποιον-  γέρνει προς το «δεν υπάρχουν». Ενδιαφέρουσα ήταν και η ανταλλαγή απόψεων  με τους άλλους μπλόγκερς.
Όμως οι όμορφες στιγμές, όταν τις ζεις, σε κάνουν να χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Έτσι δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Μόνο όταν είδα ότι  οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει... όμως… και πάλι... ήταν νωρίς!...
Η βραδιά δεν είχε τελειώσει. Δυο χούφτες άνθρωποι γύρω από λίγα τραπέζια βάλαμε στη μέση τον Σαρρή που ακούραστος έδινε τον ρυθμό με την κιθάρα και την μελωδική φωνή του. Και γίναμε όλοι ένα στόμα και τραγουδήσαμε  Θεοδωράκη, Καλδάρα, Λοΐζο, Καζαντζίδη και φυσικά Βάρναλη. Ο ενθουσιασμός μπλεκόταν με τις νότες, οι στιγμές παραμέριζαν τον χρόνο, πρόσφεραν απλόχερα ψυχική ανάταση που σε έκαναν να νιώθεις άτρωτος  από τα «πεζά» και «καθημερινά», που ήξερες ότι περιμένουν στη γωνία με την βεβαιότητα πως θα έρθει και η δική τους σειρά. Η κιθάρα ξανάπιασε τους «μοιραίους» και τα στόματα ακολούθησαν. Και η σκέψη μου γυρίζει ασυναίσθητα στο κείμενο του Βουρνά. Σαν κάπου δίπλα μας να κάθεται ο ποιητής, να απολαμβάνει το κρασάκι του και να μας κλείνει ευχαριστημένος το μάτι. Λες;...
«Ω, της αυγής κροκάτη γάζα»… Για μια ακόμα φορά αυτό το τόσο ειπωμένο, το χιλιοτραγουδισμένο  ποίημα ακούστηκε σαν καινούργιο, σαν να  ανακάλυπτα αυτόν τον στίχο εκείνη την στιγμή. Ο διαχρονικός λόγος του Βάρναλη. Ο πάντα επίκαιρος, ο τόσο δικός μας, ο τόσο βαθύς  και «άγνωστος», όπως ο απέραντος ωκεανός που ακόμα και ο πιο ατρόμητος  θαλασσοπόρος δεν θα καταφέρει ποτέ να τον διαβεί απ’ την μια άκρη του ως την άλλη. Θα περιπλανιέται στα αμέτρητα πελάγη του, θα χάνεται στις φουρτουνιασμένες θάλασσες, θα μαγεύεται στο απάγκιο των λιμανιών του. Ο Ηρακλής Κακαβάνης με  το βιβλίο του μας έκανε δώρο μια «πυξίδα» που θα μας κρατήσει στη σωστή ρότα.

Έβρεχε δυνατά όταν έφυγα.  Ο  δρόμος μπροστά μου απλωνόταν άδειος. Οδηγούσα αργά. Οι γυαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου ανεβοκατέβαιναν με ρυθμό και από το ραδιόφωνο ακούγονταν οι στίχοι ενός άλλου ποιητή. Μιλούσαν για κάποια ανήλιαγα στενά. Πόση δύναμη αλήθεια μπορούμε να πάρουμε από τους στίχους των ποιητών μας! Μια δύναμη που αν κάποτε μπορούσαμε να καταλάβουμε το μέγεθός της, το φως θα πλημμύριζε  τις ζωές μας, για πάντα.
 
[ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2012]