Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Οικοδόμος: Μπόμπι Σαντς (1954-1981)


Η απεργία πείνας που ξεκίνησε ο Ιρλανδός αντάρτης του IRA Μπόμπι Σαντς και τον ακολούθησαν πολλοί σύντροφοί του, όλοι κρατούμενοι στις βρετανικές φυλακές, εξελίχτηκε σε ένα γεγονός που συντάραξε την παιδική-μαθητική μας καθημερινότητα. Μετρούσαμε τις μέρες που περνούσαν και η αγωνία μας μεγάλωνε, βλέποντας στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης την μισητή Θάτσερ να δηλώνει πως δεν πρόκειται να καμφθεί από τους «τρομοκράτες». Διαβάζαμε δηλώσεις του Σαντς όπως αυτή: «Η ξαφνική και πλήρης κατάργηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων όπως το βάδισμα και ο καθαρός αέρας, η επιλογή των ρούχων που θα φορώ και των ανθρώπων που θα συναναστρέφομαι, των εφημερίδων και των βιβλίων που θα διαβάζω, ακόμη και των τσιγάρων μου, κάνουν τη ζωή ανυπόφορη», και το σφουγγάρι της σκέψης και της ψυχής μας πλημμύριζε από το αίσθημα της αδικίας για το απάνθρωπο πρόσωπο ενός κοινωνικού συστήματος, που λίγο καιρό πριν είχαμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε τις «ιδιότητές» του και από πρώτο χέρι...

Ο Μπόμπι Σαντς πεθαίνει σε ηλικία 27 ετών, στο νοσοκομείο των φυλακών, έπειτα από 66 μέρες απεργίας πείνας. Η είδηση του θανάτου του Ιρλανδού ήρωα, που με την απεργία του ξεσκέπασε και ξετίναξε την ωμότητα  της βρετανικής κυριαρχίας,  ήχησε σαν πένθιμη καμπάνα στην καρδιά μας. Η θυσία του πρόσθεσε στην άγουρη συνείδησή μας  την πεποίθηση πως η αταλάντευτη υπεράσπιση της ανθρώπινης  αξιοπρέπειας και η πίστη στο πανανθρώπινο ιδανικό της λευτεριάς, μπορούν να σπάσουν τα δεσμά κάθε είδους ανθρώπινης σκλαβιάς. (Οικ.)

Αναδημοσιεύουμε το  βιογραφικό κείμενο  που ακολουθεί και περιγράφει το ιστορικό της απεργίας πείνας, που βρήκαμε στο athens.indymedia.org

Ο Μπόμπυ Σαντς γεννήθηκε το 1954 στο βόρειο Μπέλφαστ. Η ζωή στην γκετοποιημένη, υποβαθμισμένη γειτονιά τον παρακίνησε να δραστηριοποιηθεί από πολύ νωρίς. Ο ίδιος έλεγε «ήμουν μονάχα ένα φτωχόπαιδο, που ζούσα σ’ ένα γκέτο, με διαιρεμένη πατρίδα, αλλά πάλι είναι η καταπίεση που γεννά το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας. Δεν θα ησυχάσω, ώσπου να απελευθερωθεί η πατρίδα μου, ώσπου η Ιρλανδία να γίνει μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική δημοκρατία.»

Στα 18 του χρόνια έγινε μέλος του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA). Στο ημερολόγιό του έγραφε: «Η ζωή μου τώρα έχει αλλάξει. Τις νύχτες κοιμάμαι υποχρεωτικά με το ένα μάτι ανοιχτό κι όταν διεξάγουμε κάποια επιχείρηση, είμαστε συνέχεια σε εγρήγορση, για να αποφύγουμε τους ελέγχους των Βρετανών. Ο κόσμος όμως είναι στο πλευρό μας. Δεν είναι μονάχα το ότι μας άνοιξαν διάπλατα τα σπίτια τους κι ότι μας βοηθούν όπως μπορούν, αλλά το ότι μας έχουν ανοίξει την καρδιά τους. Έμαθα ότι χωρίς τη συμπαράσταση του κόσμου, δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουμε πολιτικά και τώρα ξέρω ότι τους χρωστώ τα πάντα».

Τον Οκτώβριο του 1972, ο Μπόμπυ Σαντς συλλαμβάνεται για πρώτη φορά. Κατηγορείται για οπλοκατοχή (τέσσερα περίστροφα, που βρέθηκαν στο σπίτι όπου φιλοξενείτο) και καταδικάζεται σε τρία χρόνια φυλάκιση, στα μπουντρούμια του Long Kesh. Στη διάρκεια αυτών των ετών, διαβάζει όσο μπορεί περισσότερο και μαθαίνει μόνος του ιρλανδικά. Αργότερα, θα μεταδώσει όσα έμαθε στους συγκρατούμενούς του, στη διαβόητη Πτέρυγα Η.

Το 1976 αποφυλακίζεται και επιστρέφει στο Τουίνμπρουκ, του Δυτικού Μπέλφαστ, στο οποίο διαμένει η οικογένειά του, πολύ κοντά στην «υγειονομική» διαχωριστική ζώνη, που απαγορεύει την ελεύθερη διακίνηση Καθολικών και Προτεσταντών. Εκεί γίνεται ενεργό μέλος της κοινότητάς του. Ασχολείται με το Σύνδεσμο Ενοικιαστών και πείθει τα ταξί της περιοχής να μεταφέρουν κόσμο από τη μία περιοχή στην άλλη, δεδομένου ότι τα λεωφορεία δεν επαρκούσαν. Μέσα σε έξι μήνες, συλλαμβάνεται ξανά, έπειτα από βομβιστική επίθεση και ανταλλαγή πυρών. Ο Μπόμπυ τη στιγμή της έκρηξης και των γεγονότων που ακολούθησαν, βρισκόταν μέσα σ’ ένα αμάξι λίγο πιο κει και η Αστυνομία βρήκε πάνω του ένα ρεβόλβερ.

Με αυτά τα «αποδεικτικά στοιχεία» προσάγεται σε δίκη μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του, αφού πρώτα υποβάλλεται σε εξουθενωτική εξαήμερη ανάκριση και υφίσταται κάθε λογής βασανιστήρια. Αρνείται να απαντήσει σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από το όνομά του, την ηλικία του και τη διεύθυνση κατοικίας του. Παραμένει υπόδικος για έντεκα μήνες και τελικά, η δίκη γίνεται το Σεπτέμβριο του 1977. Όπως και την άλλη φορά, αρνείται να αναγνωρίσει το κύρος των Δικαστικών Αρχών. Ο δικαστής παραδέχεται ότι τα «αποδεικτικά στοιχεία» είναι σαθρά, ωστόσο τον καταδικάζει μαζί με τους συντρόφους του σε δεκατέσσερα χρόνια κάθειρξη (έκαστος) για οπλοκατοχή (το ένα και μοναδικό ρεβόλβερ).

Τον μεταφέρουν στη φυλακή της οδού Κράμλιν, όπου περνά τις πρώτες 22 ημέρες ολόγυμνος και σε τέλεια απομόνωση. Έπειτα μεταφέρεται στην Πτέρυγα Η του Long Kesh, όπου μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του ξεκινούν τη διαμαρτυρία της «κουβέρτας» (δεδομένου ότι δεν τους επιτρεπόταν να φορούν τα πολιτικά τους ρούχα, αφού δεν τους αναγνώριζαν ως ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ). Αρχίζει να αρθρογραφεί στην An Phobnacht/Republican News, σε χαρτί τουαλέτας, μιας και η γραφική ύλη απαγορεύεται δια ροπάλου. Γράφει: «Η απότομη και απόλυτη στέρηση βασικών ανθρώπινων αναγκών, όπως η άσκηση και ο καθαρός αέρας, η επαφή με άλλους ανθρώπους, το ότι δεν μπορώ να φορέσω τα ρούχα μου και δεν μπορώ να διαβάσω εφημερίδα, ν’ ακούσω ραδιόφωνο, να καπνίσω ένα τσιγάρο, να διαβάσω ένα βιβλίο κι άλλα πολλά, έχουν κάνει τη ζωή μου πολύ δύσκολη».

Γίνεται ο βασικός εκπρόσωπος της διαμαρτυρίας και έρχεται συνεχώς σε αντιπαράθεση με το καθεστώς της φυλακής. Τον Απρίλιο του 1978, έπειτα από συστηματική κακομεταχείριση, ειδικά στις τουαλέτες και το ντους, οι κρατούμενοι αρνούνται να πλυθούν και να παραδώσουν τα δοχεία νυκτός τους. Κάνουν τις βασικές τους ανάγκες μέσα στο κελί, αφού έτσι κι αλλιώς έχουν καταστρατηγηθεί ακόμα και τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους. Οι γυναικείες φυλακές ακολουθούν, με ανάλογη διαμαρτυρία, το Φεβρουάριο του 1980.

Στις 27 Οκτωβρίου 1980, έπειτα από την κατάρρευση συνομιλιών μεταξύ των Βρετανών και του Καρδινάλιου OFiaich, επτά κρατούμενοι της Πτέρυγας Η προχωρούν σε απεργία πείνας. Στις 19 Δεκεμβρίου 1980, ο Μπόμπυ Σαντς ανακοινώνει ότι οι κρατούμενοι δεν θα ξαναφορέσουν ρούχα φυλακής, ούτε θα υποχρεωθούν ξανά σε «κοινωνική εργασία» εντός των φυλακών. Προσφέρεται να αρχίσει πρώτος απεργία πείνας και μάλιστα, δυο εβδομάδες πριν από τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς του, ώστε, εάν πεθάνει, ο θάνατός του να εξασφαλίσει την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Τις πρώτες 17 ημέρες, κρατά προσωπικό ημερολόγιο (σε χαρτί τουαλέτας και κρύβοντάς το μέσα στις κοιλότητες του σώματός του), όπου εκφράζει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν φοβόταν το θάνατο.  Έβλεπε την απεργία πείνας σαν κάτι πιο σημαντικό, από απλά και μόνο την ικανοποίηση των αιτημάτων που είχαν τεθεί, και ήλπιζε ότι η έκβασή της (θετική ή αρνητική) θα προκαλούσε την πτώση της βρετανικής κυριαρχίας στην Ιρλανδία.

Στις 30 Μαρτίου (31η ημέρα απεργίας πείνας), εξελέγη αντιπρόσωπος της περιοχής του στις δημοτικές εκλογές. Στις 1.15 π.μ. της 5ης Μαΐου 1981 αφήνει την τελευταία του πνοή. Είχε πει: «Φυσικά και μπορεί να δολοφονηθώ. Ωστόσο, παραμένω αυτό που ήμουν πάντα: ενεργός πολίτης. Κι αυτό, κανείς δεν μπορεί να μου το στερήσει, ούτε καν οι Βρετανοί». Ήταν μόλις 27 ετών.