Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Η πενταήμερη και το βιβλιοπωλείο «Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος...



Φθινόπωρο του 1984, σε μια μαραθώνια συνεδρίαση του 15μελούς του Λυκείου, πριν ακόμα αποφασιστεί από τους καθηγητές  η πατροπαράδοτη πενταήμερη εκδρομή της Γ’ τάξης, εμείς ήδη αναζητούσαμε τρόπους για τη συγκέντρωση των απαραίτητων χρημάτων. Οι ιδέες έπεφταν η μια μετά την άλλη στα μουτζουρωμένα θρανία, ανάμεσα σε καπνούς τσιγάρων και πειράγματα μεταξύ των συμμαθητών.
Ο γράφων, πρόεδρος του συμβουλίου εκείνη τη χρονιά, πρότεινε μεταξύ άλλων να διοργανώσουμε στο Λύκειο και μια έκθεση βιβλίου στην οποία θα δίναμε μεγάλη δημοσιότητα και θα καλούσαμε τους κατοίκους της πόλης μας να συνεισφέρουν στον «ιερό» σκοπό των μαθητών-παιδιών τους. Η αποδοχή από τους συμμαθητές ήταν ομόφωνη και έμενε να καταλήξουμε στα πρακτικά.
Ανέλαβα να τηλεφωνήσω σε κάποια βιβλιοπωλεία γνωστών εκδοτικών οίκων στο κέντρο της Αθήνας και να τους προτείνω την ιδέα μας. Το βιβλιοπωλείο «Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ» ήταν ένα από τα δυο τρία (από όσα συμμετείχαν τελικά στην έκθεση) που απάντησαν με ενθουσιασμό στην πρότασή μας. Η ευγενική φωνή του κ. Ζαχαρόπουλου (δεν θυμάμαι το μικρό του όνομα), αφού συνομιλήσαμε αρκετά, με κάλεσε στο βιβλιοπωλείο για να γνωριστούμε και να το κανονίσουμε. 
Η χαρά μου ήταν μεγάλη γιατί ο συνομιλητής μου δεν με αντιμετώπισε τυπικά  σαν έναν μαθητή αλλά  σαν "μεγάλο", μου μιλούσε με ενθουσιασμό για τα βιβλία, με επαίνεσε για την πρωτοβουλία μας και με ρωτούσε αν διαβάζω και τι, τι μουσική ακούω κλπ. Την  επόμενη μέρα πήραμε την άδεια του Λυκειάρχη και μαζί με έναν φίλο συμμαθητή κατεβήκαμε στο κέντρο της Αθήνας. Στο 5 της Σταδίου, μέσα στη στοά, βρισκόταν (και βρίσκεται ακόμα) το βιβλιοπωλείο.
Άνοιξα την πόρτα και αφού είπα ποιος είμαι, ζήτησα τον κ. Ζαχαρόπουλο. Με πλησίασε τότε ένας χαμογελαστός γενειοφόρος άντρας και μου έσφιξε πολύ δυνατά το χέρι. Μας δέχτηκε στο γραφείο του και συνεχίσαμε την κουβέντα που είχαμε ξεκινήσει στο τηλέφωνο. Η συζήτηση μαζί του ήταν απολαυστική. Με ρώτησε τι είδους βιβλία είχα στο νου μου όταν σκέφτηκα το βιβλιοπωλείο του και όταν του είπα για κλασική λογοτεχνία, άρχισε να μου μιλά για τον Πούσκιν, τον Τσέχοφ, τον Ντοστογιέφσκι και πολλούς ακόμα μεγάλους συγγραφείς. Τα μάτια του έλαμπαν και το χαμόγελο ήταν μόνιμα εγκατεστημένο στο πρόσωπό του. Δεν χόρταινα να τον ακούω.
Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όταν μου είπε πως μπορούσαμε εκείνη την ώρα να πάρουμε μαζί μας τα βιβλία που θέλαμε για την έκθεση. Του είπα να μας δώσει όποια βιβλία  αυτός προτείνει και τον ρώτησα ποιος θα είναι ο τρόπος πληρωμής, αν χρειαζόταν κάποια προκαταβολή ή εγγύηση από μέρους μας μιας και δεν μας είχε ξαναδεί, διαβεβαιώνοντάς τον παράλληλα πως δεν έχουμε δραχμή στην τσέπη μας. Τότε γυρίζει και μου λέει «αυτό δεν χρειαζόταν να  το πεις, σας εμπιστεύομαι. Θα κάνουμε έναν κατάλογο των βιβλίων και δίπλα θα σας γράψω την προτεινόμενη τιμή. Θα σας κάνω την μεγαλύτερη έκπτωση για να έχετε περισσότερο κέρδος και όταν τελειώσετε με το καλό, θα μου επιστρέψετε όσα δεν διαθέσατε και θα πληρώσετε τότε».
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι με τον συμμαθητή μου. Δεν πιστεύαμε στ’ αυτιά μας. Αν και δεν μας είχε ξαναδεί, δεν ζήτησε  ούτε να επιβεβαιώσει από τον Λυκειάρχη όσα του είχαμε πει για την έκθεση, ούτε τίποτα άλλο. Η εμπιστοσύνη του μεγάλωνε την ευθύνη μας.
Ενώ  σκεφτόμουν αυτά,  ο κ. Ζαχαρόπουλος ζήτησε από κάποιον υπάλληλό του και του έφερε λίγα χαρτόκουτα που άρχισε ο ίδιος να γεμίζει με τα πολύτιμα βιβλία του. Κουβαλήσαμε με ταξί στο σχολείο τέσσερα ή πέντε χαρτόκουτα.
Η έκθεση βιβλίου έγινε με μεγάλη επιτυχία. Είχαμε βιβλία και από άλλους εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία, με τα οποία συνεργαστήκαμε άψογα. Η αντιμετώπιση όμως που είχαμε από τον γενειοφόρο κ. Ζαχαρόπουλο ήταν συγκλονιστική. Μετά από καιρό επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο του για να κάνουμε λογαριασμό και να του επιστρέψω τα λιγοστά αντίτυπα που έμειναν απούλητα. Ήταν χαρούμενος που οι συμμαθητές μου κι εγώ πετύχαμε το στόχο μας για την εκδρομή. Κλείσαμε το λογαριασμό, του έδωσα τα χρήματα και του έσφιξα το χέρι ευχαριστώντας τον για μια ακόμα φορά. Κίνησα προς την έξοδο του βιβλιοπωλείου όταν με ρώτησε φωναχτά: «και ποιος είπες πως είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας;».
Αιφνιδιασμένος από την ερώτηση, του απαντώ βιαστικά και χωρίς να πολυσκεφτώ «ο Τσέχοφ!». Δεν ξέρω γιατί επέλεξα να πω αυτό το όνομα, αφού υπήρχαν  συγγραφείς που μου άρεσαν περισσότερο.
Τότε ο κ. Ζαχαρόπουλος χάνεται για μια στιγμή πίσω από τα βαρυφορτωμένα ράφια  του και εμφανίζεται  προσφέροντάς μου ένα βιβλίο («Άντον Τσέχοφ, διηγήματα», μετάφραση Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος 1983):
«Ένα μικρό δώρο από μένα, για  να το διαβάσεις στην πενταήμερη».
Κύριε Ζαχαρόπουλε σας ευχαριστώ ξανά μετά από 28 χρόνια για την προσφορά σας. Είστε ένας από αυτούς που με έκαναν να αγαπήσω το βιβλίο. Σας εξομολογούμε όμως την «αμαρτία» μου: το βιβλίο σας δεν το διάβασα στην πενταήμερη, για τον απλό λόγο πως στην εκδρομή δεν πήρα μαζί μου ούτε ένα βιβλίο. Λίγα χρόνια μετά, ο Τσέχοφ σας μου κράτησε  συντροφιά, κάποιες παγωμένες νύχτες σ’ ένα στρατόπεδο της Ξάνθης.

(Πως τα θυμήθηκα όλα αυτά; Αφορμή για την ανάρτηση αυτή πήρα από ένα κείμενο που διάβασα εδώ.

[ΙΟΥΛΗΣ 2012]