Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Ξενοφών Λούγαρης

«Η αγαπημένη τις Κυριακάδες θα ΄φκιανε κρέμα / και θα γερνούσα πιο ευτυχισμένος χρόνο με χρόνο». (Γιώργος Κοτζιούλας)

Στα εξηνταπέντε, κάποια παιδική φωνή σου απλώνει ένα χέρι και σε φωνάζει «παππού». Κι εσύ απλώνεις το δικό σου με τα ροζιασμένα δάχτυλα και το κλείνεις στη χούφτα σου. Κι έτσι πιασμένοι χέρι χέρι βαδίζετε.
Τις Κυριακές γύρω από το στρωμένο τραπέζι με την συντρόφισσά σου και τα παιδιά. Τα παιδιά σας. Και τα παιδιά τους. Στα μάτια τους βλέπεις τη ζωή σου. Θυμάσαι  τα νιάτα σου μα δε σου λείπουν. Τα έζησες. Ήταν δύσκολα χρόνια μα είχαν κι ομορφιά. Κι ελπιδοφόρα. Δούλεψες σκληρά, κόπιασες, αγωνίστηκες. Στάθηκες στα πόδια σου.
Και τα μαλλιά σου άσπρισαν. Το σώμα απόκαμε πια. Έχεις δικαίωμα να ξεκουραστείς. Να ξεπλύνεις την αρμύρα των ωκεανών από τα μάτια σου. Έχεις δικαίωμα να ζήσεις όση ζωή σου απόμεινε  απολαμβάνοντας τους κόπους σου. Με σιγουριά, με περηφάνια, με αξιοπρέπεια.
18 του Οκτώβρη του 2012. Ο ναυτεργάτης Ξενοφών Λούγαρης έφυγε από τη ζωή στα εξηνταπέντε του χρόνια, βαδίζοντας μαζί  με τους συντρόφους του στους χιλιοπατημένους δρόμους του αγώνα, διεκδικώντας αυτό το δικαίωμα  για τα παιδιά και τα εγγόνια όλου του κόσμου.
«Οι σύντροφοί του ψάχνουν στις τσέπες του. Βρίσκουν την κάρτα ανεργίας. Είχε να κάνει μεροκάματο απ' το 2006. […] Το πρώτο που ζήτησε (ο γιος του, μόλις ενημερώθηκε) ήταν να μη γίνει γνωστό αμέσως το όνομα του πατέρα του, μην το μάθει απ' τα μέσα ενημέρωσης, η επίσης άνεργη μάνα του.»
Την εποχή που κάθε άνθρωπος, σε κάθε γωνιά της γης,  θα έπρεπε να απολαμβάνει τα αγαθά της προόδου, στην Ελλάδα της «πολιτισμένης» Δύσης και της «αναπτυγμένης Ευρώπης», στην καπιταλιστική Ελλάδα της  παρακμής και της αποσύνθεσης,  ένας άντρας εξηνταπέντε χρόνων είναι «μακροχρόνια άνεργος». Ζει μέσα στην αβεβαιότητα, με την αγωνία του μεροκάματου για κάθε μέρα που ξημερώνει. Δεν έχει πρόσβαση σε βασικά αγαθά της ζωής. Κάποιοι του  έκλεψαν τον ιδρώτα. Τους ξέρει. Είναι αυτοί που του προδιέγραψαν ένα χειρότερο μέλλον. Είναι αυτοί που προσπαθούν να του κλέψουν και το  όνειρο. Τους πολεμά. Δεν το βάζει κάτω. Δεν αποδέχεται την «μοίρα» του. Δεν πείθεται να «κάνει υπομονή». Δεν παραδίνεται.  Έμαθε  να διεκδικεί αυτό που του ανήκει. Αυτό έκανε μια ζωή, αυτό θα κάνει  μέχρι το τέλος.
Ο Ξενοφών Λούγαρης έφυγε με το κεφάλι ψηλά,  έχοντας «δίπλα στα μάτια του ένα δεντράκι καλοσύνη / ανάμεσα στα φρύδια του ένα γεράκι δύναμη /  κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά του / που δε σηκώνει τ’ άδικο» (Γιάννης Ρίτσος).
 
[ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2012]