Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Ο θείος Μανώλης

Ενώ τους φίλους έχεις τη δυνατότητα να τους επιλέξεις, με τους συγγενείς συμβαίνει το αντίθετο. Τους συναντάς στη ζωή θες δε θες. Ο μπάρμπας μου (έτσι τον αποκαλούσα πάντα) έγινε μπάρμπας μου επειδή κάποτε παντρεύτηκε την αδελφή της μάνας μου. Με τα χρόνια εκτός από συγγενείς γίναμε και φίλοι. Ο θείος Μανώλης ήταν πάντα  ένας πιστός φίλος.  Όποτε τον χρειάστηκα στάθηκε δίπλα μου χωρίς να ζητήσει ποτέ αντάλλαγμα. Η σχέση μας δεν ήταν το ίδιο στέρεη από παλιά. Είχε όμως τα χαρακτηριστικά του καλού κόκκινου κρασιού. Όσο περνάγανε τα χρόνια μέστωνε και γινόταν  ακόμα καλύτερη.
Ήταν ένας όμορφος άντρας στα νιάτα του. Ψηλός, γαλανομάτης με αγέρωχη κορμοστασιά. Όσο πίσω στο παρελθόν κι αν ανατρέξω, θυμάμαι τα ταλαιπωρημένα χέρια του, πάντα  μουτζουρωμένα από τα λάδια και τα γράσα της νταλίκας, σκασμένα και άγρια. Μόλις τα άνοιγε για να με αγκαλιάσει έκλειναν απότομα σαν μεγάλες τανάλιες, προκαλώντας μου ασφυξία. Και δεν ήμουνα δα και κανένας μικροκαμωμένος.
Μεγαλώνοντας, ο χρόνος δεν έδειχνε να ασχολείται στα σοβαρά μαζί του. Μόνο κάποια προβλήματα που είχε με τη  μέση, του είχαν κλέψει λίγους πόντους  από το αγέρωχο παράστημα. Είχε ένα ιδιόμορφο χιούμορ που τις περισσότερες φορές καταλάβαινε μάλλον μόνο αυτός. Είχε καρδιά μικρού παιδιού. Μπορούσε να παίζει με τις κόρες μου στο πάτωμα για ώρες. Να φωνάζουν, να γελούν, να παραβγαίνουν ποιος είναι περισσότερο παιδί. Θυμάμαι τη μικρή μου, μωρό, να γατζώνεται από τις μουτζουρωμένες παλάμες του, να κοιτάζει με δέος τις βαθιές χαρακιές από τη  σκληρή δουλειά και μετά να απλώνει το άσπρο στρουμπουλό χεράκι της και να ψηλαφίζει με τα δάχτυλά της τις διαδρομές μιας δύσκολης ζωής.
Πολύ παλιά δούλευε στις οικοδομές. Ήταν  μπογιατζής, από τους καλούς, μα γρήγορα τα παράτησε γιατί δεν άντεχε τις μυρωδιές. Τα χέρια του έπιαναν τα πάντα. Όμως η αγαπημένη του ασχολία ήταν τα «μοτόρια», όπως τα ‘λεγε. Τον αγαπούσαν κι αυτά και δεν του χάλασαν ποτέ χατήρι. Στο σπίτι,  όταν μια ηλεκτρική συσκευή  δεν δούλευε, φωνάζαμε το θείο Μανώλη και την επισκεύαζε.
Κάποτε, θα ‘μουν δώδεκα ή δεκατριών, μέναμε σ’ ένα σπίτι που είχε στον τοίχο της κουζίνας έναν ηλεκτρικό εξαεριστήρα, δίπλα στο παράθυρο. Τον έβαζε η μάνα μου να δουλεύει όταν μαγείρευε, για να τραβάει τους ατμούς της κατσαρόλας πάνω από το πετρογκάζ. Αργότερα που πήραμε ηλεκτρική κουζίνα βάλαμε απορροφητήρα. Το μοτέρ έκανε πολύ θόρυβο, σαν ελικόπτερο που ανεβάζει στροφές πριν την απογείωση. Όσο για τους ατμούς, κολλούσαν στην πράσινη λαδομπογιά του τοίχου και σχημάτιζαν μικρά ρυάκια.
Κάποια μέρα, άρχισε να μουγκρίζει σα λαβωμένο θεριό,  να χάνει στροφές και στο τέλος να μένει ακίνητος. Με στέλνει η μάνα μου να φωνάξω το θείο Μανώλη, κάνα τέταρτο μακριά με τα πόδια. Τον βρήκα χωμένο πίσω από τον τράκτορα, βουτηγμένο ως συνήθως στα λάδια, να παλεύει με κάτι θεόρατα μπουλόνια. Μπάρμπα, του λέω, μ’ έστειλ’ η μάνα. Κατέβηκε μετά από λίγο, σκούπισε με το δεξί μανίκι τον ιδρώτα και μ’ ένα στουπί καθάρισε τα χέρια του. Ανεβήκαμε στο ζούνταπ και φύγαμε για το σπίτι.
Όπως ο γιατρός που ερχόταν παλιότερα για να δει τον παππού που ήταν στα τελευταία του, έτσι κι ο θείος Μανώλης κουβαλούσε πάντα μαζί του μια καφέ δερμάτινη  τσάντα. Είχε μέσα  τα εργαλεία του. Ζήτησε απ’ τη μάνα μου μια παλιά εφημερίδα, την άπλωσε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας για να μην λερώσει τον μουσαμά με τα λουλούδια, άνοιξε την τσάντα και αράδιασε με σοβαρότητα επιστήμονα τα κατσαβίδια και τις πένσες του.
Κατέβασε το μοτέρ από τον τοίχο και το έκανε φύλο και φτερό. Που και που σταμάταγε το μαστόρεμα για να τραβήξει δυο ρουφηξιές από το αναμμένο καρέλια που κάπνιζε γυρτό μέσα  στο γυάλινο τασάκι. Αφού έδωσε και πήρε για ώρα, κάποια στιγμή  άρχισε να συναρμολογεί πάλι το μοτέρ. Όταν στερέωσε τον εξαεριστήρα στον τοίχο, περίσσευαν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας δύο ή τρεις βίδες και ένα άλλο μικρό εξάρτημα που δεν ξέρω τι ήταν ακριβώς. Δεν πίστευα ότι θα δουλέψει και του το είπα. Μόλις όμως πάτησα τον διακόπτη, άρχισε να δουλεύει κάνοντας κιόλας λιγότερο θόρυβο από πριν. Ικανοποιημένος και γεμάτος αυτοπεποίθηση ο θείος Μανώλης γέλασε τρανταχτά με την απορημένη φάτσα μου.
-Λοιπόν ανεψούδι, θα ψήσεις τώρα ένα καφεδάκι στον μπάρμπα σου;
Προσβεβλημένος  από τα γέλια του, τον ρώτησα πόση ζάχαρη ήθελε στον καφέ. Μου είπε γελώντας «βάλε τόση, όσο γλυκός είναι κι ο μπάρμπας σου». Το ιδιόμορφο χιούμορ που σας έλεγα. Για να κάνω τον έξυπνο λοιπόν, πιάνω και βάζω στο μπρίκι μια κουταλιά γεμάτη αλάτι. Φουσκώνει ο καφές, τον γυρίζω στο φλιτζάνι και του τον σερβίρω μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό. Όταν τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά, φάνηκε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του η αηδία. Η μάνα μου μυρίστηκε   πως κάτι δεν πάει καλά με τον καφέ και άρχισε τις ερωτήσεις. Αυτός δεν με έδωσε,  έκανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα και τον ήπιε όλον σιγά σιγά, καπνίζοντας και καταβάλλοντας τη σχετική προσπάθεια. Αν καταλάβαινε τίποτα η μάνα μου δεν θα με ξέβγαζε ούτε ο Νιαγάρας. Ο μπάρμπας μου το ήξερε αυτό. Μετάνιωσα γρήγορα για τη βλακεία που έκανα και   από την στενοχώρια μου και την ντροπή ήθελα ν’ ανοίξει η γη  να με καταπιεί.
Κάναμε παρέα συχνά αφού μεγάλωσα. Τις περισσότερες φορές στο σπίτι του ή σ’ ένα καφενεδάκι στην κάτω γειτονιά, όπου τιμούσαμε δεόντως την παγωμένη  βαρελίσια μπύρα και τους ψαρομεζέδες του κυρ Στέφανου. Κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν στο σπίτι έκανε σαν μικρό παιδί από τη χαρά του. Είχε από ώρα έτοιμα το μπουκάλι με το ουίσκι, τα παγάκια, τα φιστίκια και με περίμενε. «Καφέ δεν έχουμε εδώ», με πείραζε. Και ανταλλάσσαμε κουτσοπίνοντας αποστάγματα ζωής, καημούς και όνειρα.
Μιλούσε με αγάπη γι’ αυτούς που είχαν ανάγκη. Στην πιάτσα του λιμανιού έλεγαν πως συχνά έβαζε το χέρι και βοηθούσε όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έδειχνε μεγάλη συμπάθεια στους μετανάστες πλανόδιους μικροπωλητές. Κατατρεγμένος δυο φορές ο μετανάστης, έλεγε, μια στην πατρίδα του και μια στον ξένο τόπο. Ήταν φιλικός και χαμογελαστός με όλους και πάντα θ’ αγόραζε  κάποια από αυτές τις πολύχρωμες σαχλαμαρίτσες που πουλούσαν για να τους ενισχύσει. Η θεια μου είχε απηυδήσει, δεν είχε που να τις βάλει. Τον αγαπούσαν κι αυτοί  και πολλές φορές δεν ήθελαν να του πάρουν λεφτά. Τότε ο μπάρμπας νευρίαζε και τους «απειλούσε» πως θα τον χάσουν από πελάτη. Τέτοια καρδιά είχε ο θείος Μανώλης.
Μια ζωή πάνω στο τιμόνι, είχε οργώσει τον μισό πλανήτη όταν αυτή η καρδιά λαβώθηκε. Οι γιατροί του έδωσαν φάρμακα και είπαν πως πρέπει να σταματήσει τη δουλειά και να ζήσει μια «φυσιολογική» ζωή χωρίς κούραση, άγχος και καταχρήσεις. Αυτός  όμως σαν να παράκουσε. Άφησε τα δρομολόγια του εξωτερικού κι έπιασε δουλειά σε μια μεταφορική στη λαχαναγορά. Έκανε κοντινά δρομολόγια, Θήβα, Πελοπόννησο,  μεταφέροντας φρούτα και λαχανικά στο λιμάνι. Και αφού πέρασε τα εξήντα, έβαλε σκοπό της ζωής του, όσης ζωής του είχε απομείνει, να αγοράσει ένα κεραμίδι για «να μην αφήσω τη θεια σου στο δρόμο», όπως έλεγε, «όταν θα ΄ρθει εκείνη η ώρα». Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Πολλές φορές ζητούσε και δεύτερο δρομολόγιο την ίδια μέρα. Στο σπίτι έκοψε ακόμα περισσότερο τα ήδη λιγοστά έξοδα. Και κάποτε κατάφερε να αγοράσει μια υπόγεια γκαρσονιέρα στο κέντρο.
«Καλώς όρισες στη βίλα κοτέτσι» μου είπε ανοίγοντας την πόρτα. Ήταν τόσο συγκινημένος στην πρώτη μου επίσκεψη στο δικό του σπίτι. Εκείνο το βράδυ, μεταξύ πολλοστού τσιγάρου και τέταρτου ή πέμπτου ουίσκι, έσκυψε δίπλα μου, για να μην ακούσει η θεια και μου είπε με φωνή που φανέρωνε ήσυχη συνείδηση: «τώρα ανεψούδι ας έρθει η ώρα μου… δε με νοιάζει».
Δεν ήθελε ν’ ακούσει για γιατρούς. Με το ζόρι να πάει μια στο τόσο για εξετάσεις. Τον τελευταίο καιρό ένιωθε αδύναμος και ήταν κακόκεφος στο τηλέφωνο. Κουραζόταν με το παραμικρό. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων χτύπησαν συναγερμό. Ο γιατρός του είπε πως πρέπει επειγόντως να κόψει το τσιγάρο και το ποτό και να μπει υπό συνεχή παρακολούθηση. Ήταν ανένδοτος. Για μια ακόμα φορά αψήφησε τις προτροπές όλων μας.
Ένα παγωμένο ξημέρωμα, μέρα της ονομαστικής μου γιορτής, φτάνοντας στη λαχαναγορά για να πάρει το φορτηγό, έπεσε με τη μηχανή. Είχε πάθει το πρώτο έμφραγμα. Στο νοσοκομείο μας είπε ψέματα πως πάτησε σε χυμένα λάδια και γλίστρησε. Το μεσημέρι πριν φύγω,  τον φίλησα πειράζοντάς τον, πως τον περιμένω το βράδυ στο σπίτι,  για να γιορτάσουμε μαζί και να πιούμε το αγαπημένο του ουίσκι. Υποφέροντας  από τα κατάγματα, χαμογέλασε με δυσκολία λέγοντάς μου πως από κει μέσα δεν πρόκειται να βγει ζωντανός. Ο μπάρμπας το ήξερε. Ήταν έτοιμος από καιρό και  είχε κλείσει όλες τις εκκρεμότητες. Λίγες ώρες αργότερα η  κουρασμένη καρδιά του  σταμάτησε να χτυπά. Εκείνο το  βράδυ έχασα το θείο Μανώλη, τον φίλο μου τον καρδιακό. 
 
[ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2012]