Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Γιώργος Ζωγράφος – "Απανεμιά". Μικρές κουκίδες αντίστασης στην «ξηρασία»


Στη σύντομη διαδρομή μας μέσα στην αιωνιότητα, ζούμε κάποιες στιγμές που μας σημαδεύουν. Είναι κάτι μέσα μας που μας κάνει να ξέρουμε –από εκείνη ακριβώς την ώρα που τις ζούμε- πως δεν θα τις ξαναζήσουμε, ούτε θα τις ξεχάσουμε ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο και αν η βάρβαρη καθημερινότητα περνάει από πάνω μας σαν οδοστρωτήρας. Μικρές κουκίδες αντίστασης, συσσωρευτές ζωογόνου ενέργειας που μας τροφοδοτούν σε εποχές δολοφονικής «ξηρασίας»,  όταν όλα μοιάζουν να χάνονται τριγύρω κι ο καθένας κοιτάζει να πιαστεί από όποια προεξοχή κατάφερε να «χτίσει» μέχρι τότε. Τα πρόσωπα έχουν το δικό τους μερίδιο στις στιγμές αυτές. Είναι  οι πρωταγωνιστές που διαμορφώνουν αυτό που στο τέλος παίρνεις μαζί σου -όταν οι δρόμοι χωρίζουν και η επιστροφή στην «πραγματικότητα» είναι μονόδρομος- με την ικανοποίηση πως είναι ολοδικό σου, πως έγινε πια ένα κύτταρο του κορμιού και της σκέψης σου.  Στιγμή και Πρόσωπο γίνονται τότε ένα και το αυτό, και δεν μπορείς, ακόμα και να θέλεις, να τα αποσπάσεις.
Η αρχή της δεκαετίας του ’80, ήταν τα χρόνια που η εφηβική ανεμελιά  άρχισε σιγά σιγά, δυστροπώντας, να παραχωρεί τη θέση της σ’ αυτό που αποκαλούμε «ευθύνες». Ο ενθουσιασμός αγκαλιάζονταν σφιχτά με την αστείρευτη δύναμη της νιότης και έκαναν μαζί το όνειρο να μοιάζει απτό. Η «καθημερινότητα» όμως, ήταν από τότε σκληρή και αδυσώπητη και δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα όνειρα και τα σχέδια δυο νέων που στις τσέπες τους έβρισκε κανείς περισσή ζεστασιά και λιγοστές δραχμές.
Ένα κρύο Σαββατόβραδο, περιδιαβαίνοντας τα μισοφωτισμένα σοκάκια της Πλάκας, πίσω απ’ τα δυνατά φώτα των μεγάλων μαγαζιών και των πολύχρωμων βιτρίνων, πιασμένοι σφιχτά χέρι με  χέρι, βρεθήκαμε μπροστά σε κάμποσα  τσιμεντένια σκαλοπάτια. Έβγαζαν σε μια  ξύλινη πόρτα με τζάμι, ενός παλιού αρχοντικού. Από πάνω της κρέμονταν μια, επίσης ξύλινη, ταπεινή επιγραφή. Κάποιο ταλαντούχο χέρι είχε γράψει πάνω στο κομμάτι ξύλου με καλλιγραφικά γράμματα:  «Απανεμιά». Ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια.
Τον Γιώργο  Ζωγράφο τον είχα ακούσει πιο παλιά στο ραδιόφωνο και ένα τραγούδι μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε και πως τραγουδούσε με πάθος. Από μικρό με γοήτευαν οι παθιασμένοι άνθρωποι. Ένιωθα κάτι μέσα μου –αργότερα έμαθα πως αυτό λέγεται συγκίνηση- όταν, μικρός μαθητής τότε,  πρωτάκουγα  αυτό το τραγούδι.
Περάσαμε το κατώφλι και βρεθήκαμε σε μια μικρή στενόμακρη αίθουσα με πολύ χαμηλό φωτισμό. Στο κέντρο της υπήρχε μια υποτυπώδης σκηνή, που δεν ξεχώριζε από το πάτωμα. Ένα επιβλητικό μαύρο πιάνο και δυο κιθάρες που ακουμπούσαν στον τοίχο. Δεν υπήρχαν πουθενά καλώδια, ενισχυτής ή μεγάφωνο. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα πολλά κάδρα με φωτογραφίες ελλήνων συγγραφέων και ποιητών που είχες την αίσθηση πως σε κοιτούσαν σε όποιο σημείο και αν είχες διαλέξει να καθίσεις. Γύρω από τη σκηνή απλώνονταν σαν κερκίδες αρχαίου θεάτρου δεκάδες μικρές  καρέκλες από ξύλο και ψάθα, κολλημένες σχεδόν μεταξύ τους, για να χωρέσουν περισσότερες και λίγα τραπεζάκια που είχαν στο κέντρο τους  ένα μικρό ανθοδοχείο γεμάτο με φρέσκα λουλούδια και ένα κερί.
Μόλις είχαμε μπει στην «Απανεμιά»,  τη θρυλική «μπουάτ» της Πλάκας και σε λίγη ώρα θα ζούσαμε κάτι μαγικό, από αυτά που συμβαίνουν μόνο μια φορά στη ζωή σου, κάτι που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτά που νιώθεις όταν ζεις μια πετυχημένη θεατρική παράσταση αρχαίου δράματος στο φυσικό της χώρο.
Στριμωχτήκαμε δίπλα δίπλα με πολλούς άγνωστους –μέχρι εκείνη την ώρα- ανθρώπους, πρωτάρηδες σαν εμάς ή μυημένους, άντρες και γυναίκες στην πλειοψηφία τους νέοι, που κάπνιζαν και έπιναν, που μιλούσαν ή γελούσαν ή περίμεναν σιωπηλοί τη στιγμή που θα χαμήλωναν τα φώτα και θα πέταγαν  ανάμεσά μας οι πρώτες νότες του πιάνου.
Αν άπλωνα το χέρι μου μπορούσα να τον αγγίξω. Όποιος κι αν άπλωνε το χέρι του από τις τέσσερις γωνιές της μικρής αίθουσας μπορούσε να αγγίξει τον Γιώργο Ζωγράφο. Αυτός μας είχε ήδη «αγγίξει», από τα πρώτα δευτερόλεπτα  που βγήκε στη σκηνή. Δε στεκόταν ποτέ στο ίδιο σημείο. Είχε μια ενέργεια που μας ξεσήκωνε όταν τραγουδούσε τις «καμπάνες» του Θεοδωράκη, ή μας διηγιόταν την ιστορία του «Ιρλανδού με τονΙουδαίο» του Χατζιδάκι.   Μας ταξίδευε μακριά, όταν  τα  χέρια του σηκώνονταν ψηλά, όπως τα κύματα στη μέση μιας απέραντης θάλασσας φανταστικής, και διηύθυναν όλους εμάς, σαν χορωδία, στο «άκρη δεν έχει ο ουρανός» του Μαυρουδή. Μας επανέφερε πάλι ομαλά στη γη, όταν ακουμπούσε μελαγχολικά στην ουρά του πιάνου και νότες και ανάσες πάσχιζαν να «χωρέσουν τ’ όνειρο» του Λεοντή.
Ο Ζωγράφος γινόταν ένα μαζί μας γιατί ήταν ένας από εμάς. Περνούσε με δυσκολία από τα στενά διαδρομάκια που άφηναν οι καρέκλες ανάμεσά τους, μας έπιανε από το χέρι, μας χάιδευε τα μαλλιά, μας αγκάλιαζε κι έφερνε το πρόσωπό του δίπλα στο δικό μας να τραγουδήσουμε  μαζί του. Μπερδεύονταν  τότε οι ανάσες μας, οι στάλες από τον ιδρώτα, οι χτύποι της καρδιάς μας. Το αίμα χόχλαζε και χτυπούσε με δύναμη στις αρτηρίες που νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή θα σπάσουν. Μας έκανε να νιώθουμε σαν πολλοί μικροί Θεοί, μαζεμένοι, που κατέβηκαν μια βραδιά ξαφνικά στη γη και μπήκαν στην «Απανεμιά» για να δουν πως ζουν οι άνθρωποι. Και κανείς τους δεν ήθελε να επιστρέψει ξανά πίσω.
Δεν θέλαμε να τελειώσουν ποτέ αυτές οι μαγικές στιγμές. Κι όταν ήρθε  εκείνη η ώρα που τα φώτα άναψαν και αποκαμωμένοι γύραμε, όλοι, ο ένας στο πλευρό του διπλανού του, μας πήρε πολύ για να δεχτούμε πως αυτή η μαγική βραδιά τέλειωσε, πως δεν υπάρχουν στ’ αλήθεια Θεοί και αν υπάρχουν πάντως δεν πρόκειται για εμάς.
Μαζέψαμε σιγά σιγά τα κομμάτια της ψυχής μας που ο καθένας είχε προσφέρει ρεφενέ στους υπόλοιπους και πήραμε το δρόμο προς την έξοδο. Ο Ζωγράφος, ο φίλος Γιώργος, ο σύντροφος ταξιδευτής μας, ήταν εκεί, κοντά στην πόρτα και μας αποχαιρετούσε έναν έναν, λέγοντάς μας σαν πατέρας, να προσέχουμε στο δρόμο. Κι εμείς τον αγκαλιάσαμε και τον φιλήσαμε, τον ευχαριστήσαμε απ’ τα βαθιά της καρδιάς μας και ευχηθήκαμε  «καλή αντάμωση».
Κατάκοποι, ιδρωμένοι και αγκαλιασμένοι σφιχτά, κρατώντας με δυσκολία  μέσα μας μια φλόγα που μπορούσε να κάψει το σύμπαν,  πήραμε με τα πόδια το δρόμο της επιστροφής. Δεν ξέρω πόσες φορές τραγουδήσαμε μες στο ψιλόβροχο το «μικρό παιδί» μέχρι που περάσαμε την  πλατεία Βάθη. Οι εργάτες έκλειναν τις ομπρέλες τους και ανέβαιναν βιαστικά στο πρώτο λεωφορείο, που έβαζε μπρος τη μηχανή, για δυτικά. Στριμωχτήκαμε ανάμεσά τους κι εμείς, μουσκεμένοι κι αγκαλιασμένοι, σιγοτραγουδώντας «άκρη δεν έχει ο ουρανός», όπως λίγο νωρίτερα, στην «Απανεμιά», στην Πλάκα.
(Στη μνήμη του σπουδαίου ανθρώπου και καλλιτέχνη Γιώργου Ζωγράφου. Ήρθε στις 4 Αυγούστου του 1936 και έφυγε με άσχημο τρόπο στις 12 Αυγούστου του 2005).

http://www.youtube.com/watch?v=c2p3moXIt1U&feature=player_embedded