Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Αυξάνονται τα φαινόμενα κανιβαλισμού στην οικοδομή...



Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ συχνά γύρω μου τσακωμούς μεταξύ  ανθρώπων που στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους. Βγάζουν όμως εύκολα από μέσα τους, με επιθετικό  τρόπο, στοιχεία που ήταν καλά κρυμμένα μέχρι τώρα ή αγνοούσαν την ύπαρξή τους.
Προχτές, σε μια διασταύρωση που ο εκ δεξιών μου είχε πινακίδα stop, κόβω ταχύτητα και περνώ, ενώ το ίδιο επιχειρεί να κάνει ταυτόχρονα και ο οδηγός που ερχόταν από εκεί.  Από δική μου προνοητικότητα δεν συγκρουστήκαμε. Γύρισα και τον κοίταξα ανέκφραστος, χωρίς να του μιλήσω και τότε αυτός άρχισε να βρίζει ρωτώντας με γιατί τον κοιτάζω «έτσι» (!) και αν θέλω να κατεβούμε από τα αυτοκίνητά μας για να μου «εξηγήσει αυτός» (!). Προφανώς δεν είχαμε κάτι στ’ αλήθεια να πούμε οι δυο μας κι έτσι τον άφησα πίσω μου, χωρίς να του απαντήσω, για να ηρεμήσει, μήπως    καταλάβει (;) τι έγινε.
Ανάλογα περιστατικά γίνονται στους δρόμους, στις στάσεις των λεωφορείων, μέσα στο μετρό, στις ουρές των σούπερ-μάρκετ, στα  νοσοκομεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, παντού. Καυγάδες με το παραμικρό, γιατί πήγες να μου πάρεις τη σειρά, γιατί άργησες να με εξυπηρετήσεις, γιατί… μ’ ακούμπησες. Φταίνε τα παιδιά που παίζουν στο δρόμο και οι χαρούμενες φωνές τους με ενοχλούν, φταίει ο γείτονας γιατί έχει ακόμα δουλειά ενώ εγώ είμαι άνεργος, φταίει ο μετανάστης γιατί μου πιάνει το χώρο στο πεζοδρόμιο και μολύνει τον αέρα που αναπνέω. Μου φταίνε όλοι και περισσότερο, τώρα τελευταία, μου φταίνε όσοι απεργούν. Αυτοί ευθύνονται για όλα τα κακά. Για τον τουρισμό που βουλιάζει, για  τα μαγαζιά που κλείνουν, για το κέντρο της πόλης που πεθαίνει, για την πιθανή έξοδο από το ευρώ…
Έχουμε αγριέψει πολύ είναι η αλήθεια. Οι δύσκολες συνθήκες στις οποίες ζούμε, τρέφουν τα άγρια ένστικτά μας. Διοχετεύουμε όμως την οργή, την απογοήτευση, τον φόβο για το αύριο, με λάθος τρόπο, σε αποδέκτες που βρίσκονται κι αυτοί στην ίδια κατάσταση με μάς. Έτσι οι μόνοι που –συνεχίζουν να- μένουν στο απυρόβλητο είναι οι πραγματικά υπεύθυνοι για την κατάστασή μας.
Δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείψουν ανάλογα φαινόμενα από το χώρο της οικοδομής. Αν αυτά όμως ανθούν στις δομές ενός κράτους που διέπεται από κάποιους κανόνες, σκεφτείτε τι συμβαίνει σε έναν βασικό κλάδο της οικονομίας, που όσον αφορά στην παροχή υπηρεσιών (υπεργολάβοι, τεχνίτες, εργάτες, με μια λέξη εργασία) οι κανόνες είναι μια λέξη άγνωστη διαχρονικά. Αυτά τα προβλήματα στην οικοδομή υπήρχαν πάντα και ξεκινούσαν, τα περισσότερα, από την λάθος αντίληψη της έννοιας «ανταγωνισμός» από τους απασχολούμενους στον κλάδο. (Από το ιστολόγιο έχουν γίνει αναφορές γι’ αυτά τα προβλήματα στο παρελθόν. Όποιος ενδιαφέρεται θα μπορούσε να κάνει κλικ π.χ. ΕΔΩ και ΕΔΩ και ΕΔΩ). Καλύπτονταν όμως σε μεγάλο βαθμό από την «άνθηση» του κλάδου. Η δουλειά περίσσευε και όλοι λίγο πολύ είχαν το δικό τους τρόπο να βγάλουν ένα αξιοπρεπές μεροκάματο, επαγγελματίες και μη.
Τι γίνεται όμως τώρα  που αυτή η εποχή πέρασε; Πως επιβιώνουν σήμερα οι σωστοί επαγγελματίες σε έναν χώρο που η επιβίωσή σου κοντεύει να γίνει (αν δεν έγινε κιόλας) ο αφανισμός του συναδέλφου-ανταγωνιστή σου;
Η κατάσταση όπως τη ζούμε σήμερα δεν ήρθε απότομα. Από το 2008, τη χρονιά που ξεκίνησε αυτό που ονομάζουμε «κρίση» και άρχισε να μας προειδοποιεί για το τι θα ακολουθήσει, μέχρι σήμερα, περάσαμε από διάφορα στάδια. Το τηλέφωνο χτυπούσε όλο και πιο αραιά για δουλειά. Συναντούσες κάποιον συνάδελφο στην απεργία και μάθαινες πως ήταν άνεργος. Σου τηλεφωνούσε άλλος συνάδελφος (που ήξερες πως πάντα είχε δουλειά) και σου ζητούσε μεροκάματο. Το άγχος σε κυρίευε και ενώ οι μήνες κυλούσαν κι εσύ ακόμα δούλευες, δεν μπορούσες να είσαι αδιάφορος όταν δίπλα σου πολλοί συνάδελφοι ήταν δύο, τρεις και τέσσερις (τότε) μήνες άνεργοι! Έλεγες δεν μπορεί, είναι ζήτημα χρόνου,  θα έρθει και η δική μου σειρά.
Σταδιακά άρχισαν να πέφτουν οι τιμές στις προσφορές. Το μεροκάματο που είχες εξασφαλισμένο άρχισε να συμπιέζεται. Προσπαθούσες να ισοφαρίσεις τη χασούρα από τη χαμηλότερη τιμή στο μέτρο, δουλεύοντας ο ίδιος ακόμα περισσότερο από πριν. Αυτό σημαίνει καταπάτηση του ωραρίου. Οι επιλογές δεν ήταν πολλές. Το μεροκάματο μπορεί να μειωνόταν σταδιακά, οι υποχρεώσεις όμως αντίθετα, αυξάνονταν ραγδαία. Σε πολλές οικοδομές ο χτίστης ερχόταν αντιμέτωπος με τον μπετατζή. Ο τελευταίος μην έχοντας άλλη δουλειά στη συνέχεια, δελέαζε και πίεζε τον ιδιοκτήτη (πολλά τα παραδείγματα) με χαμηλή τιμή για να πάρει και τα τούβλα, τα χτισίματα δηλαδή. Δεν έχει σημασία που δεν ήξερε τη δουλειά, θα έπαιρνε δυο τρεις που την «ξέρουν» και θα τους έδινε ένα μεροκάματο. Πολύ συνηθισμένο αυτό το φαινόμενο, και κάποιοι ιδιοκτήτες «τσιμπούσαν»…με αποτέλεσμα πολλά προβλήματα στη συνέχεια.
Τα τελευταία δυο χρόνια παρατηρήθηκε μια αποχώρηση από τον κλάδο ενός σημαντικού κομματιού αλλοδαπών εργαζομένων, που μην έχοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα δουλειά, επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Πολλές οικογένειες εγκατέλειπαν τη χώρα, με παιδιά που είχαν γεννηθεί εδώ και δεν γνώριζαν την γλώσσα των γονιών τους. Παιδιά ουσιαστικά χωρίς πατρίδα. Οι συνθήκες δεν ευνοούσαν την παραμονή των οικογενειών τους εδώ κι έτσι οι συνέπειες άγγιζαν έντονα και τα ίδια. Συζητώντας τότε με συναδέλφους αλλά και με συνεργάτες μηχανικούς γι’ αυτό το φαινόμενο, καταλήγαμε στην προσδοκία πως η κρίση θα ωφελούσε σε μεγάλο βαθμό τον κλάδο γιατί θα «ξέβραζε» τους κακούς επαγγελματίες, τους μουσαφιραίους και τους… φαντομάδες. Και για να μην κρυβόμαστε, όλοι όσοι πιστεύαμε κι ευχόμαστε κάτι τέτοιο, είχαμε στο μυαλό μας κατά κανόνα τους αλλοδαπούς...
Φτάνοντας στο σήμερα, η εικόνα του κλάδου της οικοδομής μοιάζει με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ερειπίων του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Όσοι κατασκευάζουν (σχεδόν αποκλειστικά ιδιώτες-ιδιοκτήτες) έχουν την πίστη πως αυτό θα γίνει με ελάχιστο οικονομικό κόστος.
Σε ότι αφορά τις εργασίες, δηλαδή τα μεροκάματα των εργαζομένων. Οι τιμές των υλικών παρά τη μεγάλη υποχώρηση των δεικτών παραγωγής του κλάδου, δεν μειώθηκαν ούτε στο ελάχιστο! Σταδιακά κι από λίγο αυξάνονταν δημιουργώντας το ελληνικό παράδοξο (δεν είναι το μόνο) να στοκάρουν οι βιομηχανίες οικοδομικά υλικά και να μην ρίχνουν ούτε λεπτό τις τιμές τους, στο όνομα του «υγιούς ανταγωνισμού». Κορυφαία βιομηχανία παραγωγής τούβλων προτίμησε πέρυσι να σβήσει τους φούρνους της για μεγάλο χρονικό διάστημα, να απολύσει αρκετούς εργαζόμενους και να παγώσει έτσι την παραγωγή της, με το σκεπτικό «όποιος θέλει να ψωνίσει εδώ είμαστε, οι τιμές δεν αλλάζουν». Πολλές βιομηχανίες (και η προαναφερόμενη) βρήκαν στη συνέχεια διέξοδο για κερδοφορία στις εξαγωγές σε άλλες χώρες.
Να προστεθεί σε όλα αυτά και η αξίωση των προμηθευτών (χοντρέμπορων αλλά και «μαντράδων», που πιέστηκαν από τις βιομηχανίες) για πληρωμή απόλυτα τοις μετρητοίς και σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές, πληρωμή χέρι με χέρι. Φορτώνεις πχ ένα φορτίο τούβλα από το καμίνι, περνάς από το ταμείο, εξοφλείς και φεύγεις. Ξεφορτώνεις τα ίδια τούβλα στην οικοδομή, εξοφλείσαι επί τόπου για να το κάνεις.
Ας επανέλθουμε όμως στον τομέα εργασία-μεροκάματο. Έχει δημιουργηθεί μια αντίληψη σε όσους κτίζουν ή πρόκειται να το κάνουν,  από τα δελτία ειδήσεων, τις εφημερίδες, τις συζητήσεις στους διαδρόμους των πολεοδομιών και του ΙΚΑ κλπ, σύμφωνα με την οποία η καλύτερη εποχή για να κτίσει κανείς με το μικρότερο κόστος είναι τώρα. Θα προσπαθήσω να περιγράψω τι εννοώ.
Κάποιος ευχαριστημένος ιδιοκτήτης που του έχτισες το σπίτι στο παρελθόν, δίνει το τηλέφωνό σου μαζί και τις καλύτερες συστάσεις σε κάποιον γνωστό του που «σηκώνει» οικοδομή σήμερα. Χτυπάει το τηλέφωνο και κλείνεται το πρώτο ραντεβού, στο οποίο γίνεται μια πρώτη γνωριμία και συζήτηση. Κλείνεται το επόμενο ραντεβού στο οποίο ο υποψήφιος πελάτης θα πάρει την αναλυτική οικονομική προσφορά. Επιδιώκεις να του δείξεις δουλειά σου  τελειωμένη, να τον πάς δηλαδή σε προηγούμενη οικοδομή και να του εξηγήσεις βήμα βήμα τα γραφόμενα της προσφοράς. Να δει με τα μάτια του πριν χτίσει πως θα είναι χτισμένη η οικοδομή του αργότερα.
Από την πρώτη στιγμή τους κάνεις  ξεκάθαρο ποια υλικά θα χρησιμοποιήσεις  (τα καλύτερα επώνυμα, άρα και πιο ακριβά), όπως και η δυνατότητα για τη χρησιμοποίηση πιο οικονομικών για να μειωθεί –αν θέλει- ακόμα περισσότερο το κόστος. Εδώ υπάρχει η πρώτη άρνηση. Ο ιδιοκτήτης θέλει να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο του σπιτιού του (και καλά κάνει) τα καλύτερα δυνατά υλικά. Του εξηγείς ένα ένα τα στάδια της δουλειάς (που δεν είναι αυτονόητα) με λεπτομέρειες, την προεργασία που απαιτείται (δεν την κάνουν όλοι), τεχνικές που ακολουθούνται (όχι από όλους) στο χτίσιμο, ποσότητες-αναλογίες υλικών (που δεν είναι ίδιες για όλους…), ποσότητες οπλισμού σιδήρου στα σενάζ (που δεν είναι ίδιες για όλους…), τον τρόπο τοποθέτησης θερμομονωτικών και ηχομονωτικών υλικών (που δεν είναι ο ίδιος για όλους…) κλπ.  Του εξηγείς δηλαδή με κάθε λεπτομέρεια (εννοείται και γραπτώς), διαφάνεια και  χωρίς ψιλά γράμματα, πως θα γίνει η δουλειά του σωστά και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, πως θα γίνει η επιμέτρηση, ξεκάθαρα και χωρίς «παρεξηγήσεις» ή άλλα «λάθη». Δεν έχεις κάτι να του κρύψεις άλλωστε.
Και ο ιδιοκτήτης; Ναι, τα θέλει όλα αυτά, αλλά σου λέει «κάνε κάτι καλύτερο ρε μάστορα γιατί είναι δύσκολοι οι καιροί».
Στην προσφορά σου εννοείται πως έχεις κάνει ότι καλύτερο σε παίρνει να κάνεις, παίρνοντας υπόψη όλες τις προδιαγραφές που περιγράφηκαν παραπάνω. Επιπλέον, έχεις σαν θέση και το τηρείς τόσα χρόνια, να μην συνηθίζεις να προσφέρεις φουσκωμένες τιμές και στη συνέχεια με «γλείψιμο» του στυλ «θα σε προσέξω λίγο παραπάνω, ειδικά εσένα κλπ» που κάποιοι τους αρέσει να αποδέχονται, να τις μειώνεις θεαματικά για να γίνεις «αρεστός». Προσφέρεις τις τιμές  που θεωρείς πως αντιπροσωπεύουν την αξία του έργου που παράγεις, έχοντας συνυπολογίσει βέβαια τις περιρρέουσες συνθήκες και τον ανταγωνισμό. Ένας άλλος λόγος που δεν συνηθίζεις να το κάνεις αυτό (φουσκωμένες τιμές και μετά από «παζάρια» περικοπές), είναι το ενδεχόμενο κάποιος να μην σου δώσει την ευκαιρία να παζαρέψεις και να χάσεις τη δουλειά πριν καν συζητήσεις μαζί του.
Παρόλα αυτά κι επειδή χρειάζεσαι τη δουλειά, το παλεύεις ακόμα. Παίρνεις μολύβι και χαρτί, γράφεις πόσα υλικά χρειάζονται στο μέτρο, υπολογίζεις πόσο κοστίζουν, αφαιρείς από την τελική τιμή και αυτό που μένει είναι η (πολύ υποτιμημένη) αξία της εργασίας σου.  Τα εξηγείς όλα αυτά στον ιδιοκτήτη και αυτός «συμφωνεί» με όσα του λες…μόνο που έχει και μια προσφορά «πιο συμφέρουσα» και...
Τότε, η συζήτηση συνεχίζεται για δυο λόγους. Ο ιδιοκτήτης έχει καταλάβει καλά αυτά που του λες, έχει παράλληλα τις καλές συστάσεις για το πρόσωπό σου και τη δουλειά σου και τις εμπιστεύεται και θέλει απλά να πετύχει την πιο χαμηλή τιμή εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες. Από την άλλη εσύ συνεχίζεις τη συζήτηση μόνο γιατί έχεις ανάγκη αυτή τη δουλειά και  γιατί δεν ξέρεις άλλον έντιμο και αξιοπρεπή τρόπο για να ζήσεις την οικογένειά σου.
Τον ρωτάς λοιπόν ποια είναι αυτή η «πιο συμφέρουσα» προσφορά  και σου λέει ένα νούμερο τρελό, απίστευτο. Στις ερωτήσεις για τις εταιρίες των υλικών κλπ,  η απάντηση είναι «οι ίδιες με σένα». Απορείς και αυτός  πηγαίνει στο αυτοκίνητο και σου φέρνει την προσφορά. Την διαβάζεις και τότε εξεγείρεσαι («κομψά» βέβαια, γιατί εξακολουθείς να θέλεις τη δουλειά) και του λες πως πρόκειται για «συνάδελφο» απατεώνα και όχι για επαγγελματία. Βλέπεις μια προσφορά-μπακαλόχαρτο χωρίς λεπτομέρειες, επεξηγήσεις, σκοτεινή. Του αναλύεις την -γι’ αυτόν- «πιο συμφέρουσα» τιμή, του χτυπάς συναγερμό πως κανείς δεν αναλαμβάνει χτίσιμο με ένα ευρώ (!) το μέτρο και του αναλύεις πολλούς τρόπους που μπορεί να τον κλέψει ο «συνάδελφος» χωρίς να γίνει και η δουλειά σωστά. Προσπαθείς να του κάνεις διακριτές τις διαφορές μεταξύ «φτηνής», «οικονομικής» και «συμφέρουσας» τελικά τιμής, τις οποίες… αποδέχεται στο τέλος:
«Έλα ρε μάστορα, κάνε μας τώρα κι εσύ κάτι (ακόμα) καλύτερο, για να συνεργαστούμε». Και το κάνεις γιατί από το να κάθεσαι στο σπίτι και να πεθαίνεις λίγο λίγο, προτιμάς να βγάλεις ένα μεροκάματο-χαρτζιλίκι…
Από την άλλη βέβαια ούτε σκέψη για να ρίξεις την ποιότητα της δουλειάς που προσφέρεις. Όχι γιατί θα την ελέγξει ποτέ κανείς, ή θα την εκτιμήσει (;) ο ιδιοκτήτης-εργοδότης, όχι γι’ αυτούς τους λόγους. Ξέρεις να κάνεις μια δουλειά τόσα χρόνια, την κάνεις καλά, δεν την είδες ποτέ σαν σκαλοπάτι για κάτι «καλύτερο», την αγαπάς, ζεις την οικογένειά σου από αυτή.  Μέσα από αυτή τη δουλειά –και τις συνεργασίες σου- σε γνώρισαν κάποιοι άνθρωποι, που έδωσαν το τηλέφωνό σου σε άλλους κι αυτοί σε άλλους κλπ. Γιατί είσαι ένας επαγγελματίας σωστός (και το ξέρεις), άνθρωπος αξιοπρεπής και έντιμος που έχεις συμφέρον να δείχνεις και να εξηγείς τη δουλειά σου κι όχι να κρύψεις κάτι πριν κλείσεις μια συμφωνία. Γιατί η δουλειά σου, στο τέλος, να το πω και διαφορετικά, είναι η καλύτερη διαφήμισή σου.
Και τελικά την πήρες τη δουλειά και την έφτιαξες, όπως έπρεπε να γίνει κι έμεινε ευχαριστημένος ο ιδιοκτήτης και φτάνει στο τέλος η ώρα του λογαριασμού κι εκεί…υπάρχει ένα προβληματάκι. «Ξέρεις αυτό, ξέρεις το άλλο…» και καθυστερείς να πληρωθείς και οι υποχρεώσεις σε πνίγουν και δεν υπάρχουν κι άλλες δουλειές για να κυκλοφορήσει το χρήμα. Σκέφτεσαι λοιπόν πόσο ανοχύρωτος είσαι απέναντι στην οικονομική κρίση που σαν λαίλαπα σαρώνει τα πάντα, απέναντι σε νοοτροπίες και πρακτικές που ευνοούν τα λαμόγια και τους παλιανθρώπους (ιδιοκτήτες και οικοδόμους, δεν χωράει  διάκριση στη λαμογιά). Νιώθεις κορόιδο γιατί έμαθες στη ζωή σου να έχεις το κεφάλι ψηλά και να ιδρώνεις τη φανέλα, και να μην έχεις ανάγκη από «κονέ» και άλλες «διασυνδέσεις» σε σκοτεινούς διαδρόμους. Νιώθεις μαλάκας όταν προσπαθείς πια να επιβιώσεις, χωρίς να «μπορείς» να γίνεις ψεύτης, ρίχτης, κλέφτης, απατεώνας, βλέποντας αυτούς που είναι, να σου κλείνουν πονηρά το μάτι. Επίσης νιώθεις μια σχετική «απορία» γιατί «ανταγωνιστές» σαν τον παραπάνω «συνάδελφο» είναι συνήθως Έλληνες και όχι αλλοδαποί όπως κάποιοι μας έμαθαν να μασάμε την καραμέλα…
Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί κανόνα στο χώρο της οικοδομής. Όλοι οι άνθρωποι, εργοδότες ή εργαζόμενοι, δεν είναι το ίδιο κακοί ή καλοί. Επαγγελματίες οικοδόμοι, σωστοί, υπάρχουν πολλοί. Όμως αποτελούν την μειοψηφία ενός κλάδου ανοιχτού που πάντα αποτελούσε πέρασμα, αποκούμπι, απάγκιο του καθενός. Ενός κλάδου  που ο καθένας χωρίς να δίνει λογαριασμό πουθενά, δήλωνε  πως ξέρει να κάνει ό,τι μπορείς να φανταστείς, αναλάμβανε οποιαδήποτε εργασία του προσφερόταν χωρίς, κατά κανόνα, ποτέ να ελεγχθεί, με όποιες συνέπειες αυτά επιφέρουν. Κακές κατασκευές, κακές συνεργασίες, τσακωμούς, δικαστικές (συχνά) διενέξεις κλπ. Στο τέλος όλα αυτά συνετέλεσαν στο να απαξιωθεί εντελώς το επάγγελμα του οικοδόμου και οι σωστοί επαγγελματίες, αυτοί που σήμερα είναι ακόμα εδώ και προσπαθούν να ζήσουν από το επάγγελμά τους, να αντιμετωπίζουν ένα σωρό συσσωρευμένα προβλήματα και στρεβλώσεις που, αν και οι ίδιοι είναι σε κάποιο βαθμό συνυπεύθυνοι, άλλοι δημιούργησαν, συντήρησαν και ακόμα συντηρούν γιατί έτσι τους βολεύει.
Υπάρχουν λοιπόν πολλά προβλήματα που πρέπει να λυθούν στο χώρο της οικοδομής, για να φτάσουμε οι εμπλεκόμενοι και κυρίως οι εργαζόμενοι σ’ αυτήν, να καταλάβουμε πως με το να προσπαθεί ο ένας να ξεσκίσει και να φάει τις σάρκες του άλλου, δεν θα καταφέρει τελικά να επιβιώσει κανείς μας.
Υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος να διανύσουμε μέχρι να διακρίνουμε πως ο πραγματικός εχθρός δεν είναι ο συνάδελφος (ακόμα κι αυτός ο κακός συνάδελφος), που προσπαθεί και αυτός (έστω με λάθος τρόπο) να επιβιώσει, αλλά ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα που γεννάει συνεχώς δυσκολίες και προβλήματα για τους εργαζόμενους, στέκεται εχθρικά απέναντί τους, τους θεωρεί αναλώσιμα υλικά και τους στήνει πολλές φορές αντιμέτωπους τον έναν με τον άλλον, κάνοντάς τους ακίνδυνους για την ύπαρξή του.
Μέχρι τότε ο αγώνας για επιβίωση  θα δυσκολεύει όλο και περισσότερο. Γι’ αυτό, όσο πιο γρήγορα μπορέσουμε να δούμε πιο είναι το πραγματικό συμφέρον μας, τόσο περισσότεροι θα είναι αυτοί που θα καταφέρουν στο τέλος να επιβιώσουν.
 
[ΙΟΥΝΗΣ 2012]