Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

«Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Νίκος Κοκοβλής 1920-2012


22 Ιουνίου 1962. Ένα μικρό κότερο αναχωρεί από τη Γλυφάδα με προορισμό την περιοχή του Οτράντο, στη Νότια Ιταλία. Ενας γέρος ναυτικός και ο γιός του φυγαδεύουν παράνομα 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Οι παράνομοι, επικηρυγμένοι, αντάρτες Νίκος Κοκοβλής, Παγώνα Κοκοβλή (αδερφή του Νίκου), Αργυρώ Πολυχρονάκη, Σταμάτης Μαριόλης, Γιάννης Λιονάκης και Κωστής Λιονάκης (αδερφός του Γιάννη), αφού κρύβονταν για 15 περίπου χρόνια στο Νομό Χανίων, στη Δυτική Κρήτη, έφευγαν από την Ελλάδα με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναχώρησή τους, ήταν ο ελληνικός επίλογος μιας απίστευτης προσπάθειας επιβίωσης, σε μια πολύ μοναχική διαδρομή που ξεκινούσε με το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη.
Στην Κρήτη ο Εμφύλιος πόλεμος άρχισε τον Απρίλιο του ’47, ένα χρόνο σχεδόν αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα και τέλειωσε ένα χρόνο νωρίτερα από τη συντριβή των ανταρτών στο Γράμμο (’49). Στην Ανατολική Κρήτη, η εξολόθρευση των ανταρτών έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στη Δυτική Κρήτη, την άνοιξη του 48, γύρω στους 300 αντάρτες, με 13 γυναίκες ανάμεσα τους, συγκεντρώθηκαν στην ελεύθερη περιοχή του Ομαλού. Το μέλλον τους κρίθηκε στη μάχη της Σαμαριάς, τον Ιούνιο του ’48.
Από τη μάχη της Σαμαριάς γλύτωσαν περίπου 100 αντάρτες. Ένα χρόνο μετά, είχαν μείνει καμιά 40αριά, σε όλες τις επαρχίες του Ν. Χανίων. Διασκορπισμένοι και ακέφαλοι, κρύβονταν κυρίως στα Λευκά Ορη, τις Μαδάρες, όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι. Όταν καταφέρνουν να συγκεντρωθούν, τον Απρίλιο του ’49 στις Χώσες, τη θέση των σκοτωμένων αρχηγών, Τσιτήλου και Μακρυδάκη, παίρνουν η Βαγγελιώ Κλάδου και ο Νίκος Κοκοβλής.
Τέλος Αυγούστου του ’49. Ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Όσοι αντάρτες επέζησαν και δεν αιχμαλωτίστηκαν υποχωρούν στις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες. Όμως από την Κρήτη δεν μπορούν να φύγουν. Εγκλωβισμένοι στα Λευκά Όρη, οι αντάρτες που έχουν απομείνει, κρύβονται σε απόκρημνες σπηλιές, σε καταφύγια, σε δύσβατα μέρη. Ο ένας μετά τον άλλο σκοτώνονται ή συλλαμβάνονται.
Γύρω στο ’50 έχουν μείνει 14. Ανάμεσα τους και οι 6 αντάρτες που διέφυγαν το ’62 στην Ιταλία. Για να επιβιώσουν διασκορπίζονται. Ο Νίκος Κοκοβλής και η Αργυρώ Πολυχρονάκη, από τις σπηλιές του Αποκόρωνα όπου κρύβονταν αρχικά, θα περάσουν με βάρκα απέναντι, στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου. Στόχος τους η ευκολότερη πρόσβαση στην πόλη των Χανίων και η ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων.
Εδώ, θα βρουν ασφαλή κρυψώνα, στον Κυριάκο Στρατηγάκη, έναν ντόπιο χωρικό που ζει με τη γυναίκα του Γεωργία και τα 3 ανήλικα παιδιά τους στο χωριό Πλακούρες. Είναι πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης και θα δεχτεί να τους φιλοξενήσει για λίγες ημέρες στο στάβλο του, τον Τρουλίτη. Σιγά, σιγά ο στάβλος και ο γειτονικός βόθρος, θα μετατραπούν από τον Κυριάκο και τη Γεωργία σε απρόσιτη κρυψώνα και οι λίγες ημέρες φιλοξενίας θα γίνουν τελικά 12 ολόκληρα χρόνια σε συνθήκες τρομακτικής δυσκολίας και κινδύνων.
Το κυνήγι των παρανόμων συνεχίζεται αμείωτα όλη τη δεκαετία του 50. Το 1958 έχουν μείνει 8. Οι υπόλοιποι έχουν σκοτωθεί ή συλληφθεί. Η ΕΔΑ, γίνεται αξιωματική αντιπολίτευση και οι παράνομοι παίρνουν εντολή από το Κόμμα, να φύγουν στο εξωτερικό. Οι 6 από αυτούς θα μεταβούν σταδιακά στην Αθήνα και από εκεί θα οργανώσουν τη διαφυγή τους αρχικά στην Ιταλία.
Πίσω τους, στην Κρήτη, έμεναν 2 ακόμα αντάρτες από την ίδια κάποτε αρχική ομάδα : ο Γιώργης Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης. Δεν ακολούθησαν. Μένουν και κρύβονται. Θα εμφανιστούν το 75, μετά τη μεταπολίτευση, αφού αμνηστευθούν ...
Οι 6 παράνομοι αναχωρούν το 1962, από τη Γλυφάδα. Από εδώ, με τη βοήθεια Ιταλών συντρόφων, διέφυγαν στη Βουδαπέστη και από εκεί, μετά από 6 μήνες, έφτασαν στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ενωσης. Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή  έμειναν εκεί 14 χρόνια. Όπως έγραψαν αργότερα στο βιβλίο τους «τα οράματα και οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν από τον υπαρκτό σοσιαλισμό που γνώρισαν». Διαφώνησαν με το ΚΚΕ από το οποίο διαγράφτηκαν στη διάσπαση του 1968 και ακολούθησαν το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού». Επαναπατρίστηκαν το 1976 και στη συνέχεια εντάχθηκαν μαζί  στην ΑΚΟΑ, στον Συνασπισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής έφυγε από τη ζωή στις 11 Αυγούστου 2012.
ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
Παιδί 2 χρόνων, ο Νίκος, προσφυγόπουλο, έφτασε με την οικογένειά του στην Κρήτη, στο Βαμβακόπουλο και πολιτογραφήθηκε Κρητικός. Ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή τον βρίσκουν νιόφερτο στην Αθήνα, φοιτητή στην Ανωτάτη Εμπορική. Δεν έμελλε, όπως και τόσοι άλλοι, να την τελειώσει ποτέ. Το πτυχίο των Οικονομικών Επιστημών θα το έπαιρνε είκοσι πέντε χρόνια αργότερα στην Τασκένδη.
Στο μεσοδιάστημα, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι μια εικοσιπενταετία και πολύ περισσότερο η συγκεκριμένη, που συντάραξε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον κόσμο, αφιέρωσε κυριολεκτικά την ύπαρξή του -και δεν ήταν ο μόνος- στον πιο αγνό σκοπό. Από το καλοκαίρι του 1941, όταν μ' ένα σαπιοκάικο κατάφερε να ξαναβρεθεί στα Χανιά, υπηρέτησε απλά, όπως μας λέει ο ίδιος, το όραμά του, «που μπορεί να μη βρήκε ώς τώρα δικαίωση», αλλά συνεχίζει να αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για την πορεία της ανθρωπότητας».
Κομματικό στέλεχος του ΚΚΕ και γραμματέας του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ο Νίκος συλλαμβάνεται τον Οκτώβριο 1946 και από το 1947 βγαίνει στο βουνό. Εκεί γνωρίζεται με την Αργυρώ, μια ΕΠΟΝίτισσα που η «ένταξη του αδελφού στο ΚΚΕ και της οικογένειας στο ΕΑΜ, την έφερε στο μάτι του κυκλώνα». «Δεν απειλούμουν μόνο απ' τη σύλληψη και την ομηρία σε κάποιο νησί», λέει η Αργυρώ. «Εκείνοι -οι παρακρατικοί ήταν ο νόμος και η εξουσία- όποια κοπέλα ήθελαν ήταν δικιά τους. Αρπαζαν και βίαζαν, όπως βασάνιζαν και δολοφονούσαν χωρίς τιμωρία». Κόρη εύπορης οικογένειας, στο μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ένας υποχρεωτικός γάμος μ' έναν από τους «παρακρατικούς». Ετσι, το κοριτσόπουλο προτίμησε το βουνό, στα χνάρια και κάτω απ' τον ίσκιο του μεγάλου αδελφού.
Οι βίοι έγιναν παράλληλοι στα Λευκά Ορη στη Δυτική Κρήτη μέσα στην «καταιγίδα», στο μολύβι και στο αίμα του εμφύλιου πόλεμου, σε μάχες άνισες στο οροπέδιο του Ομαλού και στο φαράγγι της Σαμαριάς: η Αργυρώ μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού, ο Νίκος σε θέσεις ευθύνης και στη συνέχεια «δεύτερος» καπετάνιος μετά τη Βαγγελιώ Κλάδου.  Μέσα στην ασφυκτική πίεση, χωρίς εφόδια και τροφή, με στηρίγματα τους βοσκούς, που κι αυτοί ξέκοβαν καθημερινά, με καταφύγια τα βράχια, τους γκρεμούς και τις σπηλιές, χωρίς περιθώριο διαφυγής και με μοναδική εναλλακτική λύση την παράδοση, οι μεγάλες απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ηχούν φυσιολογικές. Εκείνο που εκπλήσσει είναι το πώς ένα τμήμα του επιβίωσε, πώς επιβίωσαν αυτοί οι αντάρτες, ακόμη και μετά την ήττα και την υποχώρηση του κύριου όγκου των δυνάμεων από τη Βόρεια Ελλάδα, και ακόμη περισσότερο πώς συνέχισαν να αγωνίζονται.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες άρχιζε ένα επόμενο κεφάλαιο ζωής και δράσης: η δωδεκαετής παρανομία, «τότε που φοβόμασταν το φως της ημέρας», όπως λένε. Υπεύθυνοι για την ανασυγκρότηση παράνομων πυρήνων και στη συνέχεια των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στα Χανιά, με τους «χαφιέδες» και τη Χωροφυλακή να καιροφυλαχτούν αναζητώντας τα ίχνη τους, κρύβονται στο Ακρωτήρι, ενώνουν τις ζωές τους, βγάζουν παράνομα έντυπα, καταφεύγουν σε στάβλους και σε θεμέλια οικοδομών και κυκλοφορούν το βράδυ με χίλιους κινδύνους κι άλλες τόσες προφυλάξεις στα Χανιά για τις απαραίτητες κομματικές επαφές.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μαρτυρία και βιωματική κατάθεση, ζώσα ιστορία και κατάθεση ψυχής, το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», από τις εκδόσεις «ΠΟΛΥΤΥΠΟ», αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς και μια παρακαταθήκη αγώνων, συνέπειας και ήθους. Πρόκειται για ένα διπλό αυτοβιογραφικό κείμενο όπου οι συγγραφείς, μαζί αλλά και αυτόνομα, καταθέτουν τις προσωπικές εμπειρίες τους και καταγράφουν την κοινή διαδρομή σε στιγμές κρίσιμες και καθοριστικές για τις τύχες των Ελλήνων κομμουνιστών.  Διατρέχοντας τον ιστορικό χρόνο με νηφαλιότητα, αναδεικνύουν με ήπιους τόνους τις δικές τους μοναδικές διαδρομές και αναστοχάζονται για όσα έζησαν, για όσα πέρασαν, για όσα κατάλαβαν, χωρίς πίκρα, με τη βεβαιότητα ότι «άλλος δρόμος δεν υπήρχε».
Ιστορία και ταυτόχρονα ανεκτίμητη πηγή για την Ιστορία, το εγχείρημα των Κοκοβλήδων, που διατρέχει 40 χρόνια της σύγχρονης Ιστορίας μας, δεν αποτιμά συνολικά την πορεία της Αριστεράς, δεν εστιάζει στα προβλήματα και στα λάθη της, δεν αποδίδει ευθύνες και δεν αναζητά ενόχους. Ασχολείται με τον άνθρωπο, στις μεγάλες και λιγότερο στις μικρές του στιγμές, με τα συναισθήματα και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Πραγματεύεται τη σχέση με το Κόμμα και το αίσθημα καθήκοντος, με το χρέος και την κομματικότητα. Καθρεφτίζει τη σχέση με τη φύση και με τον τόπο, με την Κρήτη, από τις γαλήνιες στις πιο τραχιές μεταλλάξεις της. Τέλος, αναζητά τη σχέση των ανθρώπων με την ίδια την Ιστορία τους.
Η ΤΑΙΝΙΑ
Δείτε το trailer της ταινίας:


ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ «ΣΥΓΝΩΜΗ»
Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου, κάποιον Αύγουστο στο χωριό,  πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο του παππού μου, που -δεν θυμάμαι τον τίτλο του- εξιστορούσε τη μαρτυρική ζωή των εξόριστων στο Μακρονήσι. Το διάβασα  μέσα σε λίγα μεσημέρια. Από τότε έψαχνα, δανειζόμουν, αγόραζα, διάβαζα συχνά βιβλία με αφηγήσεις αγωνιστών της Εθνικής μας Αντίστασης. Ανάμεσα σε αυτά (πριν από παραπάνω από 25 χρόνια) και το βιβλίο των Τζομπανάκη-Μπλαζάκη, των τελευταίων ανταρτών της Κρήτης που «εμφανίστηκαν» το 1976.
Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και το διάβασμα αρκετών βιβλίων νόμιζα πως μπορούσα να καυχηθώ στον εαυτό μου πως είχα μάθει κάμποσα για την ένδοξη ιστορία των αγωνιστών προγόνων μας. Η αλήθεια είναι πως δεν έμαθα τίποτα! Ο φίλος pavlosk σε σχόλιό του στην ανάρτηση του ιστολογίου για τονΝίκο Πλουμπίδη, μου «απέδειξε» πως δεν έμαθα τίποτα! Αγνοούσα αυτήν την ιστορία, αγνοούσα το βιβλίο, αγνοούσα την ταινία, αγνοούσα την ύπαρξη αυτού του μεγάλου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, του Νίκου Κοκοβλή αλλά και των συντρόφων του.
Αυτή η ανάρτηση  είναι αφιερωμένη, μαζί με την εκτίμησή μου, στον καλό φίλο του ιστολογίου pavlosk.
ΠΗΓΕΣ:
ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (Ελευθεροτυπία - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ)

[ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012]