Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

ΑΤΕΧΝΩΣ / «Για να χτίσεις γιοφύρι πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου» ― Γεφύρι της Πλάκας (1866-2015)


Χτίστηκε σε μια εποχή που τα μόνα υλικά που υπήρχαν ήταν αυτά που παρείχε απλόχερα η φύση. Όμως για να ανεγερθεί ένα οικοδομικό έργο δεν είναι αναγκαία μόνο τα οικοδομικά υλικά. Η γνώση, η τεχνική, το μεράκι, ο κόπος και, πολλές φορές, η ανθρώπινη θυσία είναι «υλικά» που συνήθως δεν τα πιάνει το ανθρώπινο μάτι. Κάθε έργο μετά την αποπεράτωσή του, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα αξιολογηθεί από τους χρήστες του, και όλα τα έργα, από έναν κοινό μαντρότοιχο μέχρι την Ακρόπολη, άλλο λιγότερα και άλλο περισσότερα, πάντα έχουν κάτι να πουν.

plaka13Το γεφύρι της Πλάκας, προτού ακόμα ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας σφηνώσει το «κλειδί» στην κορφή του τόξου του, είχε ήδη μιλήσει στην ψυχή του Ηπειρώτη, που αμέτρητες κακουχίες και ταλαιπώριες είχε υπομείνει μέχρι να το δει να ορθώνεται και να σμίγει τη Τζουμερκιώτικη στέρεη γη πάνω από τα νερά του Άραχθου. Αυτή η επικοινωνία συνεχίστηκε στο βάθος του χρόνου και δεν διακόπηκε ούτε όταν το γεφύρι έπαψε να εξυπηρετεί τις κύριες ανάγκες για τις οποίες δημιουργήθηκε, όταν η εξέλιξη της ζωής, άλλαξε αναγκαστικά τη χρήση του. Και αυτό θα πει ότι τα «υλικά» που προαναφέραμε πιάσανε τόπο.

Για 149 χρόνια, από το καλοκαίρι του 1866 μέχρι την 1η Φλεβάρη του 2015, έστεκε περήφανος στεφανωτής των κρουσταλλένιων νερών του ποταμού, δείχνοντας στις επόμενες γενιές τι μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος όταν βαλθεί να κάνει τη ζωή του καλύτερη. Με τις πέτρες του γιομάτες από τους ήχους των νερών και της φύσης, των φορτωμένων υποζυγίων και των κοπαδιών, των τραγουδιών των τσοπάνηδων και των εργατών που ξενιτεύονταν για το μεροκάματο, τις σκέψεις του μοναχικού διαβάτη, τη βαριά ανάσα της ζαλικωμένης Ηπειρώτισσας. Αλλά και φορτωμένο από πληγές που του άνοιγαν λίγο λίγο τα στοιχεία της φύσης και βάθαιναν η αδιαφορία και η εγκατάλειψη από την επίσημη πολιτεία, που το θυμήθηκε μόνο για να το «τάξει» στους μεγαλοεργολάβους, στα πλαίσια της γενικότερης «αξιοποίησης» της περιοχής…

plaka3

Όλα λοιπόν «φώναζαν» ότι ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το μοιραίο. Και χρειάστηκαν λίγα μόλις δευτερόλεπτα (σε αντίθεση με τον χρόνο και τον κόπο για να χτιστεί) για να γείρει, αυτό το κομψοτέχνημα της λαϊκής σοφίας και μαστοριάς, ανήμπορο και προδομένο, παραδομένο στα φουσκωμένα νερά του ποταμού.

Ποια ανάγκη το γέννησε και πώς το όνειρο έγινε απόφαση; Πώς χτίστηκε το μεγαλύτερο μονότοξο πετρογέφυρο των Βαλκανίων και από τα σπουδαιότερα της Ευρώπης, και από πόσες «μπόρες» βγήκε αλώβητο, μέχρι να πέσει; Αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν και να αναζητήσουμε τις απαντήσεις.

πλακα11

Το γεφύρι κάλυπτε τις ανάγκες των κατοίκων των ΒΔ Τζουμέρκων και κυρίως των χωριών Μελισσουργοί, Πράμαντα, Άγναντα, Κτιστάδες (Κοσοβίστα), οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν κτηνοτρόφοι και εργάτες. Οι δύσκολοι χειμώνες ανάγκαζαν μεγάλο αριθμό κατοίκων αυτών των χωριών να μετακινούνται προς τα πεδινά της Άρτας για να ξεχειμάσουν με τα ζώα τους, ή/και για να βρουν δουλειά. Κατά την Τουρκοκρατία την μετακίνηση αυτή εξυπηρετούσε δρόμος που ακολουθούσε τη δυτική όχθη του Αράχθου και περνούσε από τα χωριά Μονολίθι (Βροδό), Πλατανούσα (Ραψίστα), Δαφνωτή (Τσοβίστα), Σκούπα, Πιστιανά, Γραμμενίτσα κ.ά. (στις παρενθέσεις οι παλιές ονομασίες των χωριών).

Η πολύωρη διαδρομή συναντούσε και το χωριό Ραφταναίοι, όπου στο συνοικισμό Πλάκα, κοντά στη θέση Μουχούστι ―σημείο εμποροπανήγυρης και αγοροπωλησίας ζώων― συμβάλουν παρακλάδια του Αράχθου. Εκεί άνθρωποι και ζωντανά έπαιρναν μια ανάσα από το κοπιαστικό ταξίδι πριν περάσουν πάνω από το παλιό πέτρινο γεφύρι, που η κατασκευή του χανόταν στα βάθη των αιώνων και αποτελούσε εκείνη την εποχή το μοναδικό μέσο διάβασης του ποταμού.

plaka14

«Για να χτίσεις γιοφύρι πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου»…
Το γεφύρι αυτό στηριζόταν στο ένα σκέλος του πάνω σε έναν τεράστιο βράχο ο οποίος το 1860 μετά από έντονες βροχοπτώσεις δεν άντεξε στην πίεση των ισχυρών ρευμάτων και μετακινήθηκε, με αποτέλεσμα το γεφύρι να πέσει. Τότε η ασφαλής και χωρίς ταλαιπωρίες διέλευση των Τζουμερκιωτών προς τα πεδινά αναγκαστικά διακόπηκε και προκειμένου να διαβούν το ποτάμι μέσα από το νερό, το φθινόπωρο ή την άνοιξη, άνθρωποι και ζωντανά αναγκάζονταν να περιμένουν (για να «πέσει» το νερό) στο ύπαιθρο, υπομένοντας τις άσχημες καιρικές συνθήκες και συχνά με κίνδυνο της ζωής τους. Η ανάγκη για τη δημιουργία νέου περάσματος του ποταμού ήταν επείγουσα και έτσι με κοινή συμφωνία των ενδιαφερομένων Τζουμερκιώτικων χωριών αποφασίστηκε η ανακατασκευή του παλιού γεφυριού.

plaka4Όμως, όπως έλεγε ο κόσμος τότε, «για να χτίσεις γιοφύρι πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου». Και ήταν λίγοι αυτοί που είχαν ειδικευτεί σε αυτό. Δημιουργήθηκε μια επιτροπή και προκηρύχτηκε «διαγωνισμός» (όπως θα λέγαμε σήμερα) όπου πρωτομάστορες των Τζουμέρκων και των γύρω περιοχών, όλοι τους καταξιωμένοι κιοπρουλήδες («κιοπρού» στα τούρκικα σημαίνει γέφυρα και «κιοπρουλήδες» ονομάστηκαν οι τεχνίτες που έχτιζαν τα γεφύρια, δηλαδή οι «γεφυράδες»), κατέθεσαν τις ιδέες και τα σχέδιά τους για την ανακατασκευή του γεφυριού. 

Προτιμήθηκε ο μαστρο Γιώργης από την Κόνιτσα, που κατέθεσε σχέδιο και διαστάσεις συνηθισμένα για την εποχή και δοκιμασμένα και αλλού, και πιο συμφέρουσες προς την τοπική κοινωνία οικονομικές απαιτήσεις, ο οποίος το καλοκαίρι του 1863 έχτισε πετρογέφυρο, μεγαλύτερο από το παλιό. Η χαρά των Τζουμερκιωτών ήταν μεγάλη καθώς έβλεπαν να τελειώνουν τα βάσανά τους, όμως δεν βάσταξε για πολύ. Κατά την τελετή παράδοσης του έργου που συνοδεύτηκε από τρικούβερτο γλέντι, το γεφύρι σωριάστηκε ―την ώρα που έπαιζαν τα όργανα και ο κόσμος χόρευε― και μετατράπηκε σε σωρούς λιθαριών! Η χαρά και το πανηγύρι μετατράπηκαν σε απογοήτευση και θρήνο για τους κατοίκους και ντροπή για τον πρωτομάστορα που ήταν ξακουστός για τα έργα του και ο θρύλος λέει πως από τότε δεν ξανάπιασε μυστρί και σφυρί στα χέρια του…

plaka12

Το πέρασμα πάνω από τα νερά όμως έπρεπε να στηθεί πάση θυσία. Το γεφύρι έπρεπε να χτιστεί και δεν χωρούσαν άλλες αναβολές. Έπρεπε όμως να βρεθεί και ο κατάλληλος πρωτομάστορας, ο οποίος θα θεμελίωνε το γεφύρι σε στέρεο έδαφος και όχι στις βάσεις του παλιού, θα το έφτιαχνε μεγαλύτερο και μονότοξο, αλλά σίγουρο και πιο δυνατό αφού, όπως αποδείχτηκε με τα έργα που προηγήθηκαν, ο Άραχθος δεν αστειευόταν… Ξαναμαζεύτηκαν οι Τζουμερκιώτες και φώναξαν τον μαστρο Κώστα Μπέκα από τα Πράμαντα, που τον είχαν αποκλείσει από τον προηγούμενο «διαγωνισμό» επειδή το σχέδιό του είχε κριθεί πολύ τολμηρό και οικονομικά ασύμφορο. Αξίζει εδώ να πούμε ότι ο Μπέκας είχε προτείνει (και για το γεφύρι που τελικά έχτισε ο μαστρο Γιώργης) ένα τόξο σε σχήμα μισού κύκλου με αποτέλεσμα (σε σχέση με το πλάτος του ποταμού που έπρεπε να καλύψει) το γεφύρι να πρέπει να σηκωθεί πολύ ψηλότερα από αυτό που μόλις είχε πέσει. Αφού έγινε η συμφωνία ο Μπέκας ξεκίνησε την κατασκευή τον Ιούλη του 1866.

plaka16

Το έργο κόστισε συνολικά 187.000 γρόσια. Οι Μελισσουργιώτες πρόσφεραν 96.000, οι Πραμαντιώτες 32.000, οι Αγναντίτες 49.000, μαζί με την ξυλεία που απαιτούνταν για τις σκαλωσιές, ο πανδοχέας Γιάννης Λούλης 2.000 γρόσια, άλλα χωριά διάφορα ποσά, ενώ δούλεψαν εθελοντικά πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών. Όπως λέγεται, χρησιμοποιήθηκαν και χιλιάδες αυγά που αναμίχτηκαν στο κονίαμα που «έδεσε» τις χιλιάδες πελεκημένες πέτρες, κάνοντάς το πανίσχυρο.

Τέτοιο εντυπωσιακό γεφύρι, μονότοξο και σε αυτό το μέγεθος χτιζόταν για πρώτη φορά, όχι μόνο στα Τζουμέρκα μα και σε ολόκληρη την Ήπειρο και αλλού. Είχε άνοιγμα τόξου 40,20 μέτρα και ύψος, στο κέντρο του, 21 μέτρα, ενώ το πλάτος του στο ψηλότερο σημείο του τόξου έφτανε τα 3,20 μέτρα. Το χτίσιμο του κύριου έργου (γέφυρα) τέλειωσε το Σεπτέμβρη του 1866 και παρέμενε στηριγμένο στα καλούπια του και στις σκαλωσιές μέχρι να επέλθει η πλήρης αποξήρανση του κονιάματος και να αναπτυχθούν όλες εκείνες οι αντοχές που θα το έκαναν γερό και θα το κρατούσαν όρθιο.

plaka8

Τα πρώιμα πρωτοβρόχια όμως και ο κίνδυνος να παρασυρθούν οι σκαλωσιές και μαζί ―για μια ακόμα φορά!― το γεφύρι, από τα νερά του Άραχθου που άρχισαν να φουσκώνουν, ανάγκασαν τον μαστρο Κώστα Μπέκα να πάρει μια απόφαση που στους περισσότερους φαίνονταν παράτολμη, ήταν όμως βασισμένη στην πολύχρονη εμπειρία του και τη βαθιά του γνώση στα χούγια της τέχνης των κιοπρουλήδων. Αποφάσισε λοιπόν και αφαίρεσε νωρίτερα από το κανονικό τις σκαλωσιές και τα στηρίγματα που κρατούσαν το τεράστιο τόξο, με αποτέλεσμα το γεφύρι να υποστεί μια ελαφριά κλίση που γίνεται αντιληπτή μόνο από έμπειρο και ειδικό επί των οικοδομικών μάτι, και που καθόλου δεν μείωσε τη στατικότητα του έργου όπως αποδείχτηκε στον ενάμισι αιώνα της ζωής του.

Οι Τζουμερκιώτες καμάρωναν για το γεφύρι τους. Καμάρωνε και ο πρωτομάστορας που όλοι του έλεγαν (μα το ήξερε και ο ίδιος) ότι αυτό το γεφύρι ήταν το καλύτερό του. Η φήμη του μαστρο Κώστα Μπέκα πέρασε και εκτός συνόρων. Όταν μια ομάδα μηχανικών της γαλλικής εταιρείας που κατασκεύαζε τον ισθμό της Κορίνθου, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι τους στα Γιάννενα αντίκρισαν το γεφύρι, έμειναν έκπληκτοι και σταμάτησαν στην περιοχή και ζήτησαν να μάθουν ποιος το έχτισε. Συναντήθηκαν με τον πρωτομάστορα Μπέκα και τον ρωτούσαν να μάθουν πώς το έχτισε, και για να τον τιμήσουν του πρόσφεραν μια πολυτελή κορδέλα μέτρησης πέντε μέτρων με δερμάτινη θήκη, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για εκείνη την εποχή.

plaka7

Όμως το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια του μαστρο Κώστα Μπέκα καθώς τα λεφτά δεν έφτασαν. Η εκατέρωθεν πάνω στα βάθρα τοιχοποιία έμεινε ατελής και το πλάτος του γεφυριού έμεινε ακάλυπτο καθώς τα απαραίτητα στηθαία προφύλαξης δεν χτίστηκαν. Έτσι το πέρασμα του γεφυριού εγκυμονούσε κινδύνους καθώς άνθρωποι και ζωντανά έπρεπε να τα βάλουν με το δυνατό αέρα, τη βροχή και το χιόνι για να περάσουν απέναντι χωρίς να ζαλιστούν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι διαβάτες πέρασαν απέναντι μπουσουλώντας και οι τσοπάνηδες ή αγωγιάτες έδεναν με πανιά τα μάτια των ζώων τους για να μη φοβηθούν και αγριέψουν.

plaka15

Παρ’ όλ’ αυτά οι Τζουμερκιώτες χάρηκαν το γεφύρι τους μόνο για δεκαπέντε χρόνια, αφού με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου και στη συνέχεια, με την προσάρτηση “Αρτας και Τζουμέρκων το 1881 στο ελληνικό κράτος, ο Άραχθος αποτέλεσε φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας και η ελεύθερη διέλευση σταμάτησε. Τότε, σε μικρή απόσταση από το γεφύρι χτίστηκαν φυλάκιο του ελληνικού στρατού, χάνι και τελωνείο. Ο αποκλεισμός αυτός ταλαιπώρησε πολύ τον ορεινό πληθυσμό και τα αισθήματά του αποτύπωσε με το μοναδικό της τρόπο η λαϊκή μούσα:

Ανάθεμά σε ’πιτροπή
και συ βρε Κουμουνδούρε
με το κακό που κάματε στην Άρτα
στα Τζουμέρκα,
το σύνορο που βάλατε
στης Άρτας το ποτάμι.
Κλείστηκ’ η Άρτα, κλείστηκε,
κλείστηκε το Τζουμέρκο
θα στερηθεί και το ψωμί,
που να βρει να δουλέψει;
Ο κάμπος έμεινε στην Τουρκιά
και τα καλά λιβάδια
το βιο όλο και χάνεται
σ’ αγρίδια βοσκοτόπια.

Το καθεστώς αυτό επικράτησε μέχρι το 1912-13 οπότε απελευθερώθηκε η Ήπειρος. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα η ελληνική διοίκηση διέθεσε τα απαραίτητα κονδύλια για την κατασκευή των απαραίτητων προστατευτικών στηθαίων και των άλλων εργασιών που απαιτούνταν για την πλήρη αποπεράτωση του έργου. Έτσι η διάβαση του γεφυριού γινόταν πια χωρίς κινδύνους. Από το 1883 και μετά η επικοινωνία των Τζουμέρκων με την Άρτα γινόταν και από νέο δρόμο που χαράχτηκε στην ανατολική όχθη του Αράχθου, ενώ το 1959 κατασκευάστηκε κοντά στο γεφύρι της Πλάκας νέα σιδερένια γέφυρα πάνω από τον Άραχθο που εξυπηρετούσε και τα αυτοκίνητα.
«Η πέτρα έχει φωνή και μιλάει»…

Εμφανή τα σημάδια από τις βόμβες των Γερμανών καταχτητών
Εμφανή τα σημάδια από τις βόμβες των Γερμανών καταχτητών

«Η πέτρα έχει φωνή και μιλάει» έγραφε ο Διονύσιος Σολωμός και δίδασκε τους φοιτητές του ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης. Και το γεφύρι της Πλάκας είχε πολλά να πει για όσα «είδε», αλλά και για τις δοκιμασίες που πέρασε και κάποιες από αυτές μέτρησαν το μπόι του απέναντι στην ιστορία. Δοκιμάστηκε αμέτρητες φορές και άντεξε, όχι μόνο απέναντι στα στοιχεία της φύσης. Εκεί, στην Πλάκα, έγιναν μεγάλες μάχες κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού μας εναντίον των Τούρκων καταχτητών, ενώ η καμάρα του λαβώθηκε από το μολύβι των γερμανικών βομβαρδιστικών το 1943-44 και επισκευάστηκε από μαστόρους της περιοχής. Το 1943 ο Άραχθος έγινε ξανά σύνορο, αυτή τη φορά μεταξύ των περιοχών που έλεγχαν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ανατολικά και ο ΕΔΕΣ στα δυτικά του ποταμού. Τον Γενάρη του 1944 έγιναν στην Πλάκα αιματηρές μάχες μεταξύ των δυο οργανώσεων και τον επόμενο μήνα το παλιό τελωνείο δίπλα στο γεφύρι φιλοξένησε (από 21 έως 29 Φλεβάρη) τη Συνδιάσκεψη της Πλάκας με συμμετοχή των ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ και των Άγγλων, όπου, παρά την υπογραφή στις 29 Φλεβάρη της ομώνυμης συμφωνίας, τορπιλίστηκε για ακόμα μια φορά η προσπάθεια ενοποίησης των ελληνικών στρατευμάτων εναντίον των ναζί καταχτητών.
Το τελωνείο, δίπλα στο γεφύρι, όπου υπογράφτηκε η συμφωνία της Πλάκας

Το τελωνείο, δίπλα στο γεφύρι,
όπου υπογράφτηκε η συμφωνία της Πλάκας

Για να φτάσουμε στη σύγχρονη εποχή όπου το γεφύρι πολιορκήθηκε από έναν ακόμα βάρβαρο καταχτητή: το ιδιωτικό κέρδος. Τη δεκαετία του ’90 αρχικά η ΔΕΗ και στη συνέχεια ιδιωτική εταιρία έβαλαν στο μάτι τον Άραχθο. Στο όνομα της «ανάπτυξης» και παρά την άρνηση των κατοίκων των γύρω περιοχών και τις αρνητικές εισηγήσεις των επιστημονικών φορέων, σχεδίασαν την κατασκευή ενός μεγάλου υδροηλεκτρικού έργου που προέβλεπε με τη σειρά του την κατασκευή τεσσάρων φραγμάτων, ένα εκ των οποίων στον Άγιο Νικόλαο Δαφνωτής, που αν κατασκευαζόταν, τα νερά θα κατέκλυζαν την περιοχή της Πλάκας και θα κάλυπταν το γεφύρι (το οποίο να σημειωθεί ότι με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού είχε ήδη ανακηρυχτεί «διατηρητέο μνημείο χρήζον ιδιαιτέρας προστασίας» ― ΦΕΚ 162/Β/2.3.1971 και ΦΕΚ 621/Β/22.8.1972)! Το έργο πάγωσε μετά και τις αντιδράσεις και δεν προχώρησε.

Κάτω τα χέρια από τον Άραχθο! Κάτω τα χέρια απ’ τον πολιτισμό μας!

Κάτω τα χέρια από τον Άραχθο!
Κάτω τα χέρια απ’ τον πολιτισμό μας!


Αφέθηκε όμως εγκαταλλειμμένο στην τύχη του, με «άλλοθι» την εκκρεμότητα ως προς την κατασκευή του φράγματος, και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις κατοίκων και φορέων και προειδοποιήσεις επιστημόνων και ειδικών, που επεσήμαναν και αναδείκνυαν τις πληγές του γεφυριού και πρότειναν λύσεις, η πολιτεία κώφευε. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του λόγου του Σπύρου Μαντά σε ντοκιμαντέρ για το γεφύρι που γυρίστηκε το 2004: «Άλλωστε, εγκαταλλειμμένο τόσα χρόνια, αν δεν πνιγεί, σίγουρα θα καταρρεύσει»… Μέχρι που το ιστορικό πετρογέφυρο δεν άντεξε άλλο πια και έπεσε.

Πληγές που άνοιξε ο χρόνος και βάθυνε η εγκατάλειψη...
Πληγές που άνοιξε ο χρόνος και βάθυνε η εγκατάλειψη…


Το μοιραίο συνέβη τα χαράματα της 1ης Φλεβάρη του 2015, γεμίζοντας θλίψη και οργή τους Τζουμερκιώτες, τους Ηπειρώτες αλλά και κάθε άνθρωπο που σέβεται και τιμά την παράδοση και την ιστορία αυτού του τόπου. Και ξανανοίγοντας ίσως την όρεξη αυτών που θα «βόλευε» μια τέτοια εξέλιξη…

Το γεφύρι φώναζε, μα οι «αρμόδιοι» κώφευαν…
Το γεφύρι φώναζε, μα οι «αρμόδιοι» κώφευαν…


Κάποιοι βρέθηκαν να πουν ότι έπεσε από την πολλή βροχή. Μειδιούν όσοι αγαπούν, τιμούν, υπερασπίζονται την παράδοση και αγωνίζονται, έχοντας να αντιμετωπίσουν πολλά και δύσκολα εμπόδια, να τη μεταλαμπαδεύσουν στις επόμενες γενιές. Όπως θα μειδιούσαν και οι πολίτες ενός κράτους που σέβεται, τιμά και κρατά ζωντανή την πολιτιστική του κληρονομιά, και δεν την αφήνει έρμαιο μεταξύ «επιχειρηματικότητας» και εγκατάλειψης· οι πολίτες, δηλαδή, ενός «άλλου» κράτους…

Η επίσημη πολιτεία δεσμεύτηκε για την αναστήλωσή του, ενώ εμφανίστηκαν και κάποιοι πρόθυμοι ιδιώτες «χορηγοί», επιδεικνύοντας μια «ευαισθησία» που κώφευε και δεν εκφραζόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια…
Το γεφύρι ακόμα και αν ξανασηκωθεί στα πόδια του δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Μπορεί τα οικοδομικά υλικά στις μέρες μας να αφθονούν σε ποσότητες και ποιότητα και η επιστημονική γνώση να φαντάζει γίγαντας μπροστά στο λαϊκό αρχιτέκτονα μαστρο Κώστα Μπέκα, τα «υλικά» όμως σπανίζουν. Και η πέτρα θα μιλάει πια άλλη γλώσσα…

πλακα17
«…με το κακό που κάματε στην Άρτα στα Τζουμέρκα»…

Η αναδρομή στα ιστορικά στοιχεία έγινε με πολύτιμους αρωγούς τις σελίδες του βιβλίου του Μελισσουργιώτη λόγιου Νίκου Παπακώστα «Ηπειρωτικά» (1967) όπως αποδόθηκαν από τον Ανδρέα Ρίζο σε δημοσιεύματα δυο πολύ αξιόλογων εντύπων: Του περιοδικού «Χάος και όψη» (δεν εκδίδεται πια), του Συλλόγου Κυψελιωτών Άρτας της Αθήνας «ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός», και της εφημερίδας-περιοδικού των Ηπειρωτών της διασποράς «ΠΥΡΡΟΣ», καθώς και την πολύτιμη έρευνα του «Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων» του Σπύρου Ι. Μαντά, ακούραστου  μελετητή εκατοντάδων πετρογέφυρων σε Ελλάδα, Βαλκάνια και αλλού, με σημαντικό εκδοτικό και κινηματογραφικό έργο.

Τετάρτη 11 Φλεβάρη 2015