Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στηθάγχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στηθάγχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

στηθάγχη / Στον σοφό παππού μου Ιούλιο Βερν


Σε μια άκρη της βιβλιοθήκης, το ένα σφιχτά δίπλα στο άλλο. Ταλαιπωρημένα εξώφυλλα και σελίδες ωχρές, ποτισμένες με τη μυρωδιά που αφήνει πίσω του το πέρασμα του χρόνου. Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραν, Μιχαήλ Στρογκώφ, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος, Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσαν, Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες, είναι μερικά από τα πρώτα μου βιβλία· από εκδοτικούς οίκους όπως ΑΣΤΗΡ, ΑΛΜΑ, ΓΕΜΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, εκεί κοντά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄70.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

στηθάγχη / Μαντινάδες του Δεκέμβρη και άλλα αντάρτικα


Ο λαός μας συνήθιζε πάντα να κάνει τραγούδι τις αγωνίες, τα βάσανα και τα όνειρά του, τους αγώνες του, τις ηρωικές του στιγμές. Το αντάρτικο τραγούδι, το τραγούδι της ένδοξης Εθνικής Αντίστασης,  ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του παλλαϊκού αγώνα για λευτεριά και κοινωνική προκοπή. Εκατοντάδες τραγούδια ανώνυμων ή καταξιωμένων δημιουργών τραγουδήθηκαν και «πέταξαν» από στόμα σε στόμα, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας που πολεμούσε. «Πολεμάμε και τραγουδάμε» ήταν το σύνθημα των νεολαίων της ΕΠΟΝ, των ανταρτών του ΕΛΑΣ, κάθε αγωνιστή που «δε βολευόταν με λιγότερο ουρανό».

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

στηθάγχη: Κώστας Βίρβος - ΚΑΤΑΧΝΙΑ (το έργο)


(Στη μνήμη του Στέλιου Καζαντζίδη που γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1931).

Ήμουνα παιδάκι – ακόμα δεν είχα πάει σχολείο- όταν πρωτάκουσα την Καταχνιά. Ανατρίχιασα στην εισαγωγή, όταν ανάμεσα στο χτύπημα της καμπάνας και το μελωδικό άκουσμα της χορωδίας «μπήκε» η επιβλητική φωνή του Δημήτρη Μυράτ. Έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τα καρούλια της κασσέτας να γυρίζουν στο κασσετόφωνο και τα μάτια μου γέμισαν με τις ασπρόμαυρες εικόνες από τα επίκαιρα της κατοχής που είχα δει άλλη φορά στην τηλεόραση.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

στηθάγχη: Στη θλιβερή επέτειο του Λόρκα


Θλιβερή επέτειος η σημερινή. Στις 19 Αυγούστου του 1936, τουφεκίστηκε στο Βιθνάρ στα περίχωρα της Γρανάδα, στα 38 του χρόνια, από τα όργανα  του φασίστα δικτάτορα Φράνκο ο Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, για να περάσει στην Αθανασία δίπλα σ’  αυτούς που με τη  ζωή και το έργο τους προσπάθησαν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο και να «μερέψουν» τον άνθρωπο. Ισπανός στην καταγωγή ο Λόρκα, μα δεν άργησε να "γίνει" και Αμερικανός, Ρώσος, Αφρικανός, πανανθρώπινος. Ο ίδιος και το έργο του αγαπήθηκαν με πάθος και μισήθηκαν θανάσιμα, σαν όλους τους αληθινά μεγάλους. Στη γλώσσα  μας το έργο του αποδόθηκε από σπουδαίους ποιητές μας και μελοποιήθηκε από μεγάλους και καταξιωμένους συνθέτες. Τραγουδήθηκε απ’ τα χείλη του λαού μας σε στιγμές ανάτασης, έρωτα, χαράς ή μελαγχολίας, τόσο που να τον νιώθουμε Έλληνα, έναν απ' τους δικούς μας μεγάλους, κλείνοντάς  τον για πάντα στην καρδιά μας.
Στη μνήμη του, τρία αγαπημένα μου τραγούδια, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνευμένα μαγικά από την Αρλέτα. Περιέχονται στον δίσκο της «ROMANCERO GITANO του FEDERICO GARCIA LORKA και τέσσερα άλλα τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1978.
(«Πατήστε» πάνω στους τίτλους των τραγουδιών για να τα ακούσετε.)
Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
και στη Σεβίλλια πάει
τα κατσαρά του γυαλλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαψός
από του φεγγαριού το φως
Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει
εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να τον φτάνουν
κάτω απ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν
Από βραδύς η ώρα οκτώ
τον σέρνουν σε κελί μικρό
απόξω κάθονται φυλάνε
πίνουν ρακί και βλαστημάνε
Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει
Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.
Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.
Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».
Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού 'χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.
Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ' Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.
Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,
έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.
Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:
Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.
Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.
Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:
Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ αρπάξει,
να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.
Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.
Ενώ απ τη λύσσα του θερίο,
ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.
Federico Garcia Lorca
Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

στηθάγχη: "«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης...

Από δεξιά: Τσίρκας, Βάρναλης, Παπαϊωάννου.

Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, έπρεπε να περάσουν τρεις, και, δεκαετίες  για να διαβάσω την τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα. Τρία μυθιστορήματα που, περιδιαβαίνοντας τις σελίδες τους, αισθάνεσαι να ζεις ανάμεσα στους ήρωες, να περιπλανάσαι, βυθισμένος σε μια αγκαλιά, στα πολύβουα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, να μαγεύεσαι από το μενεξεδί της ερήμου όταν γέρνει ο ήλιος (της ερήμου που κάποτε διέσχισες με  πορεία μαρτυρική), ή να νιώθεις την υγρασία να σε αγκαλιάζει μαζί με τους αμανέδες των μαουνιέρηδων, πλάι στο μονότονο διάβα του Νείλου.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Το νέο μου ιστολόγιο: «στηθάγχη» (ή κάτι σαν «σφίξιμο» στην καρδιά)



Πάντα στους χαλεπούς καιρούς, η Ποίηση κατείχε μια θέση ιδιαίτερη.  Λειτούργησε σαν στήριγμα για τους δοκιμαζόμενους, συμπαραστάθηκε στους κατατρεγμένους, εμψύχωσε τους αγωνιστές. Στάθηκε σύντροφος πιστός των ανήσυχων πνευμάτων, των παλλόμενων καρδιών και  της ελεύθερης σκέψης. Των οραμάτων έγινε αρωγός και ζωγράφος άπιαστων ονείρων.
Η «στηθάγχη» δεν φιλοδοξεί να παίξει ρόλο «ειδικού» που δεν κατέχει.  Να καταγράψει θέλει και να μοιραστεί μαζί σας εκείνο τον λόγο των ποιητών που -γυμνός ή ντυμένος με νότες- κάνει την καρδιά να «σφιχτεί», το νου να ιδρώσει και τη σκέψη να ταξιδέψει.

[ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012]