Μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση, γίνεται με τις δυο αυτές αναρτήσεις μας. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.(Για το πρώτο μέρος πατήστε ΕΔΩ).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013
στηθάγχη: Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Δεύτερο μέρος)
Μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση, γίνεται με τις δυο αυτές αναρτήσεις μας. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.(Για το πρώτο μέρος πατήστε ΕΔΩ).
στηθάγχη: Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Πρώτο μέρος)
(Πρώτο από δύο μέρη) - Η ιδέα για αυτή την ανάρτηση γεννήθηκε διαβάζοντας Στρατή Τσίρκα και όχι Βάρναλη όπως προϊδεάζει ο τίτλος της τον αναγνώστη. Είχε προηγηθεί μια πρώτη, απλή αναφορά εδώ, όμως όταν βρεθήκαμε μπροστά σε άγνωστα –για το ιστολόγιο- και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση θεωρήσαμε πως έπρεπε να επανέλθουμε αναλυτικά. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013
Οικοδόμος: «Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα» - Ο Κώστας Βάρναλης για την επέτειο του «Όχι»
Όποιος «ενημερώθηκε» σήμερα για τον «εορτασμό» της εθνικής επετείου από τα τηλεοπτικά κανάλια και το διαδίκτυο, θα είδε τις εικόνες των σιδερόφραχτων παρελάσεων και των κρυμμένων από το λαό «επισήμων». Όποιος πήγε σχολείο ή υπηρέτησε τη μαμά πατρίδα στο στρατό, διδάχτηκε για τα καλά το (κατά την «κυρίαρχη άποψη») νόημα του «αλβανικού έπους». Λέμε συχνά με έκπληξη όταν διαβάζουμε ένα παλιό άρθρο πως είναι «σα να γράφτηκε σήμερα». Αυτό που κάνει τα άρθρα του Βάρναλη να είναι τόσο επίκαιρα και, για το συγκεκριμένο που παρουσιάζουμε σήμερα να λες πως γράφτηκε για τους σημερινούς «επίσημους» στις εξέδρες των παρελάσεων, για τους σημερινούς διοικητές Ασφαλείας, για τους σημερινούς διευθυντές εφημερίδων, είναι η διατήρηση (μέχρι σήμερα) αυτής ακριβώς της «κυρίαρχης άποψης», που θέλει και έχει το λαό να χύνει το αίμα του για την πατρίδα, ενώ οι «φυγάδες του έπους» δεν τόχουν σε τίποτα να την ξεπουλήσουν προκειμένου να μείνουν «απείραχτα» το σύστημα που υπηρετούν και τα αφεντικά τους. Και η ιστορία θα επαναλαμβάνεται όσο ο λαός δεν θα στέλνει μια για πάντα αυτούς τους «φυγάδες» στον αγύριστο. (Οικοδόμος)
Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013
στηθάγχη: «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ – Μεταφορά στη σύγχρονη εποχή» - Σχολικό έτος 1983-84
Σχολικό έτος 1983-84. Τάξη Β΄ Λυκείου. Χτυπάει το κουδούνι, διάλειμμα τέλος. Η φιλόλογός μας μπαίνει στην τάξη, κάνει μερικά βήματα και στέκεται μπροστά στο μαυροπίνακα: «Παρακαλώ να βγάλετε το τετράδιο εργασιών των νέων ελληνικών». Από το Γυμνάσιο είχα ξεχωρίσει αυτό το μάθημα. Στο Λύκειο έγινε το αγαπημένο μου. Αυτό το οφείλω σε μεγάλο βαθμό στην καθηγήτριά μου φιλόλογο κυρία Μάρω Δημάκου που μας έμαθε πώς να προσεγγίζουμε ουσιαστικά ένα λογοτεχνικό έργο και μ’ έκανε ν’ αγαπήσω τη λογοτεχνία.
Εκείνες τις μέρες μιλούσαμε για τον Βάρναλη. Μας είχε μοιράσει φωτοτυπημένα ποιήματά του για να τα διαβάσουμε στο σπίτι. Ήταν κάτι που συνήθιζε να κάνει στα μαθήματα γλώσσας, φέρνοντάς μας κοντά στο έργο λογοτεχνών που είτε αγνοούσε επιδεικτικά, είτε προσπαθούσε να υποβαθμίσει το σχολικό βιβλίο (εννοείται πως η οικονομική επιβάρυνση ήταν όλη δική της…).
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013
στηθάγχη: "«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης...
![]() |
| Από δεξιά: Τσίρκας, Βάρναλης, Παπαϊωάννου. |
Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, έπρεπε να περάσουν τρεις, και, δεκαετίες για να διαβάσω την τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα. Τρία μυθιστορήματα που, περιδιαβαίνοντας τις σελίδες τους, αισθάνεσαι να ζεις ανάμεσα στους ήρωες, να περιπλανάσαι, βυθισμένος σε μια αγκαλιά, στα πολύβουα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, να μαγεύεσαι από το μενεξεδί της ερήμου όταν γέρνει ο ήλιος (της ερήμου που κάποτε διέσχισες με πορεία μαρτυρική), ή να νιώθεις την υγρασία να σε αγκαλιάζει μαζί με τους αμανέδες των μαουνιέρηδων, πλάι στο μονότονο διάβα του Νείλου.
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013
στηθάγχη: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ο επόμενος σταθμός του «άγνωστου Βάρναλη»
«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ», το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, μετά τις επιτυχημένες παρουσιάσεις του στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, συνεχίζει το ταξίδι του ανά την Ελλάδα. Αυτή τη φορά κάνει στάση στη Θεσσαλονίκη, όπου την Κυριακή 21 Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ. θα παρουσιαστεί στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Εθνικής Αμύνης 27, 2ος όροφος - τηλ. 2310 374807-8).
Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Γιώργος Χουρμουζιάδης, Αρχαιολόγος, Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου,
Γιώργος Φαρσακίδης, Εικαστικός – Ζωγράφος,
Περικλής Παυλίδης, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης,
Σοφία Τεμεκενίδου, Φιλόλογος,
Γιώργος Σαρρής, Τραγουδοποιός,
Γιάννης Καλατζόπουλος, ηθοποιός.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημοσιογράφος – Ποιητής Απόστολος Λυκεσάς. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο Μάκης Σεβίλογλου με το συγκρότημά του. Ομάδα ηθοποιών της Θεσσαλονίκης θα αποδώσει υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου την κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη Λουντέμη το 1956. Θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και ρεπορτάζ από την πάνδημη κηδεία του.
Το βιβλίο τού Ηρακλή Κακαβάνη ερευνά άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Βάρναλη και φέρνει στο φως της δημοσιότητας 19 ποιήματα. Όμως εκτός από αυτά -και άλλα- πολύ σημαντικά, η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φέρνει τον ποιητή πιο κοντά στους «ανίδεους» σαν και του λόγου μου, που επιπλέαμε στην επιφάνεια του έργου του με τη σιγουριά ότι ταξιδεύαμε σε γνωστά νερά. Το βιβλίο τού Κακαβάνη μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε σ’ αυτά τα βαθιά νερά και να θαυμάσουμε την ομορφιά και τον πλούτο τους. Με την εκδήλωση αυτή, οι φίλοι της ποίησης και του έργου του Βάρναλη στη Θεσσαλονίκη, θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το βιβλίο και διαβάζοντάς το να ζήσουν αυτό το συναρπαστικό ταξίδι.
Ο συγγραφέας
Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το '91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης", όπου σποραδικά αρθρογραφεί. Όπως επίσης και στο περιοδικό «Θέματα Παιδείας». Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων.
Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο δαίμων του τυπογραφείου», εκδόσεις «Προσκήνιο», 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα «Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte», εκδόσεις «Τυποεκδοτική», 2008, καλλιτεχνική επιμέλεια Γιώργου Φαρσακίδη. Το 2009 επιμελήθηκε τις αναμνήσεις του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και αξιωματικού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Λύσανδρου Ταμουρίδη, με τον τίτλο «Από τον Όλυμπο στο Γράμμο». Έχει γράψει το επίμετρο που συνοδεύεται από παρουσίαση του αντιστασιακού τύπου της Ελασσόνας νομού Λάρισας. Το 2010 προλόγισε το βιβλίο της μαχήτριας του ΔΣΕ «Και τώρα πού να πάω;» (εκδόσεις «BalkanXpress») .
Στο 2011 στο Επιστημονικό Συνέδριο του για τον Κώστα Βάρναλη έκανε την εισήγηση γα τον «Δημοτικιστή Βάρναλη». Η ομιλία του συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση των πρακτικών του Συνεδρίου από τη «Σύγχρονη Εποχή» υπό τον τίτλο «Κώστας Βάρναλης: Φως που πάντα καίει» (2012). Το Σεπτέμβρη το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις εντός το βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του».
Είπαν για το βιβλίο:
Γεωργία Λαδογιάννη (επίκουρος καθηγήτρια): Εχει πολλές αρετές αυτό το βιβλίο. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία (...) φέρνει στη συζήτηση καίρια θέματα άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα, μα και στα γνωστά όμως ο κύριος Κακαβάνης έχει διεξέλθει όλη τη συζήτηση που έχει κάνει η φιλολογία.
Διονύσης Τσακνής (συνθέτης): «Το βιβλίο αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο (...): Γιατί δικαιώνει τον τίτλο του αρχικά και τον δικαιώνει διότι εμάς τους μη μελετητές αλλά τους απλούς εραστές της ποίησής του και της στάσης ζωής του μας φέρνει σε επαφή με άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του ποιητή και του έργου του. (...) Επίσης, η ημερολογιακή παράθεση που υπάρχει στο βιβλίο το καθιστά το βιβλίο αυτό και ιδιαίτερα χρηστικό.
Νίκος Μπογιόπουλος (δημοσιογράφος): Το βιβλίο του Ηρακλή είναι έτσι κι αλλιώς σπουδαίο και (...) νομίζω για εμάς τους μη ειδικούς η αξία του βιβλίου κρίνεται από την αντοχή του στο χρόνο, όπως και για τους ειδικούς, και όταν λέω για την αξία του στο χρόνο έχει να κάνει με το πόσες φορές εμείς οι μη ειδικοί θα το αναζητήσουμε στη βιβλιοθήκη μας. Από αυτή την άποψη, είναι σίγουρο ότι το βιβλίο του Ηρακλή πολλές φορές θα διαπιστώσουμε πόσο αξίζει γιατί πολλές φορές θα το αναζητήσουμε.
Σοφία Κολοτούρου (ποιήτρια): Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».
Νίκος Σαραντάκος (μεταφραστής συγγραφέας): Πρόκειται για ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο, που καλύπτει πολλά κενά της βαρναλικής βιβλιογραφίας και που (ελπίζω τουλάχιστον ότι) θα βοηθήσει όσους θελήσουν να ασχοληθούν στο μέλλον με το έργο του Βάρναλη.
[ΜΑΡΤΗΣ 2013]
στηθάγχη: Όταν ο Βάρναλης παρωδούσε τον Kipling
Ο Κώστας Βάρναλης συνήθιζε να «απαντά» σε ποιήματα άλλων ποιητών, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που συνέβαινε αυτό (όπως στο «Πόλις» του Κ. Π. Καβάφη), ο τυχερός αναγνώστης να απολαμβάνει έναν ιδιότυπο «διάλογο». Κάποιες φορές οι «απαντήσεις» του έπαιρναν την μορφή παρωδίας, όπως για παράδειγμα στο «Η προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Όμως η φαρμακερή πένα του ποιητή δεν περιορίστηκε εντός των ελληνικών συνόρων.
Ο Rudyard Kipling (Ράντγιαρντ Κίπλινγκ) (1) Άγγλος ποιητής και λογοτέχνης, με παγκόσμια φήμη, γεννήθηκε το 1865 στη Βομβάη (Ινδία) και πέθανε το 1936 στο Λονδίνο. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, παιδικές ιστορίες και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ. Από τα πιο γνωστά ποιήματά του (ίσως το πιο γνωστό) θεωρείται το «If» (Αν).
Με το ποίημά του «ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, την εποχή της αποικιοκρατίας, δίνει ευγενικές συμβουλές για το πώς θα γίνει καλός χριστιανός, πολιτισμένος και Καλός Πολίτης ο Άγγλος συμπατριώτης του. Αυτός που κατά τη θέληση του Εγγλέζου πλουτοκράτη και για την εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών του επιδιώξεων, σκοτώνει, βασανίζει, λεηλατεί […] μα ταυτόχρονα είναι θρήσκος. Για άφεση αμαρτιών, με τη γραφή στο χέρι, πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία όπου συμμετέχει ‘ψυχή τε και σώματι’». (2)
IF
IF you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you,
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;
If you can wait and not be tired by waiting,
Or being lied about, don't deal in lies,
Or being hated, don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise:
If you can dream - and not make dreams your master;
If you can think - and not make thoughts your aim;
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same;
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
And stoop and build 'em up with worn-out tools:
If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: 'Hold on!'
If you can talk with crowds and keep your virtue,
' Or walk with Kings - nor lose the common touch,
if neither foes nor loving friends can hurt you,
If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that's in it,
And - which is more - you'll be a Man, my son!
Ακολουθεί μεταφρασμένο στα Ελληνικά:
Αν
Αν να κρατάς καλά μπορείς
το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τάχουν χαμένα και σ' εσέ
της ταραχής των ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς
τον ίδιο τον εαυτό σου, όταν ο κόσμος
δεν σε πιστεύει κι αν μπορείς
να του σχωρνάς αυτή τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς
δίχως να χάνεις την υπομονή σου.
Κι αν άλλοι σε συκοφαντούν,
να μην καταδεχθείς ποτέ το ψέμα,
κι αν σε μισούν, εσύ ποτέ
σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό
ή τον πολύ σοφό στα λόγια.
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς,
και να μην είσαι δούλος των ονείρων
αν να στοχάζεσαι μπορείς,
δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρίζεις σου βαστά
το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια
κι όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς
τους δυο τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς
όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς,
για νάναι για τους άμυαλους παγίδα,
ή συντριμμένα να θωρείς
όσα σου έχουν ρουφήξει τη ζωή σου
και πάλι να ξαναρχινάς
να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα.
Αν όσα απόχτησες μπορείς
σ' ένα σωρό μαζί να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς
κορόνα ή γράμματα όλα να τα παίξεις
και να τα χάσεις και απ’ αρχής,
ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι
και να μη βγάλεις και μιλιά
ποτέ γι’ αυτόν τον ξαφνικό χαμό σου.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς
και σπλάχνα και μυαλό και όλα να τα
σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής,
κι ας είναι από πολύ καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός,
όταν δε σούχει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση,
κράζοντας σ’ όλα αυτά: «ΒΑΣΤΑΤΕ».
Αν με τα πλήθη να μιλάς
μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς
δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί
μπορούνε πια ποτέ να πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς,
μα και ποτέ πάρα πολύ κανένα.
Αν του θυμού σου τις στιγμές
που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν
την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θάναι τότε η Γη,
μ’ όσα και μ’ ότι απάνω της κι αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ:
Άνδρας αληθινός θάσαι παιδί μου.
Μετάφραση: Νίκος Καρβούνης (4)
«Ο Βάρναλης, αντίθετα, στην παρωδία του Το «Αν» του Κίπλινγκ, με τις συμβουλές του δείχνει το κυνικό πρόσωπο της ταξικής κοινωνίας, που αλλοτριώνει τον άνθρωπο από κάθε ηθική και κοινωνική αξία»: (5)
Το «Αν» του Κίπλινγκ (6)
Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη,
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν,
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων,
κι αν το κακό που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις,
κι αν όσα ψέματα σου λεν με πιότερα απανταίνεις,
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.
Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο,
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυό ξετσίπωτα προδίνεις,
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κ' οι άλλοι
γι' αληθινό- να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη,
αν λόγια κ' έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά και συ ξαναμολάς καινούριον.
Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις,
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα που χρωστάς αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το ' χεις,
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν,
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι αν όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!
Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυό λυγάς τη μέση
κι αν μήτε φίλους μήτε εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν,
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θά ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη πού χει
κ' έξοχος θά σαι Κύριος, αλλ' Ανθρωπος δε θά σαι.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
«Υπάρχει και μια δεύτερη προσπάθεια (του Βάρναλη) «παρώδησης» του Κίπλινγκ με το ποίημα «Σταδιοδρομία» από τη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος»: (7)
Σταδιοδρομία
Πήδα στη γκιόστρα νιόγαμπρος μ’ αριστερή παντιέρα,
για να χει αξία, σα «μετανοιώσεις», γιόκα, παραπέρα.
Μαύρο να στάζει αίμα και δάκρ’ η κόκκινή σου πένα
Για τη σκλαβιά της αργατιάς, που αφεντικό σ’ εγέννα.
--«Το σήμερά ναι κόλαση, τ’ άβριο παράδεισο. Όλη
του Κάτου Κόσμου η πλατωσιά θα γίνει περιβόλι.
Κοινά τα πάντα: κοπελιές, γη κι ουρανός· και λίγη
δουλειά χωρίς αφεντικό, που να σε σκυλοπνίγει».
Άμα σαρώνει ο πόλεμος τη στάχτην ανθρωπότη
πατριώτης θα σαι στην αρχή και μάβρη οχιά κατόπι.
Κι όταν στο δρόμο άρχος λαός σκοτώνεται απ’ τον ξένο,
του ξένου στάσου τσόγλανος, ντουφέκι αγορασμένο.
Σκότωνε τους αντέλληνες! Σοφά παράτα εκείνα
τα ψεφτοφιλελέφτερα. Τον τύρρανο προσκύνα.
Κι όλο τ’ ανάποδα να λες μ’ αφτά που λεγες πρώτα,
γιατί σε καταλάμψανε, Σαούλ, τα ουράνια φώτα.
--Δε φτάνει να καταφρονάς την άθλια μάζα. Πρέπει
από μωρό να τη στραβώνεις, ήλιο να μη γλέπει,
να μη νογά πουθ’ έρχεται, που πάει, ποιον θα χορτάσει,
σα σκοτωθεί χορεφταράς στου χάρου το γιορτάσι.
--Όλα του κόσμου τα καλά και τα μεγάλα, αιώνες
πολιτισμού, τα φκιάσανε κάθε λαού ηγεμόνες.
Τέχνη, επιστήμες, Ιστορία δικά τους όλα κι όσα
δώσαν στον πίθηκο λαό πατρίδα, θεούς και γλώσσα!
Σ’ αφτά δε θα σταθείς πολύ. Μ’ «εντάξει» το ηθικό σου
παλιούς σου φίλους πρόδινε στο νέο τ’ αφεντικό σου.
Θα κάνεις το στερνό σου σάλτο στα μεσούρανα, όπου
δεν ξεχωρίζει των θεών η μοίρα και τ’ ανθρώπου.
Βαγγέλιο στο να χέρι σου, στ’ άλλο στιλέτο κράτει
και πούλα τον χυδαίο λαό στον ξένο στρατοκράτη.
Πούλα πατρίδα και θεό, φαμίλια κ’ εαφτό σου,
πάνου από κάθε δισταγμό και κάθε νόμ’ ορτώσου!
Μπροστά στο δυνατότερο στη λάσπη ανακυλίσου
και γλύφε του τα δάχτυλα πιότερο απ’ το σκυλί σου.
Ντόπιου και ξένου αφεντικού μπαίγνιο και μπράβος γίνε.
Που ενάντια τους σηκώνει τ’ άρματα, Έλληνας δεν είναι!
Κι όταν ο Κύριος τη στερνή σου πάρει μοσκανάσα,
θα σκέπ’ η γαλανόλεφκη την αργυρή σου κάσα.
Και θα ναι Κυριακή, να κλαιν ολόημερα οι Ελλάδες
και θα σε γράφουν με χρυσά ψηφιά χρυσές φυλλάδες.
(Εδώ τον κλαίει η εθνικοφροσύνη)
--«Λέφτερο πνέμα και συνείδηση άγια, πρώτη ουσία
του Κάτου και τ’ Απάνου Κόσμου, χαίρε Προδοσία!
Αγόρι μου, στα σπλάχνα μου γκορφισταυρό σε κλείνω,
Έλληνα και πρωτέλληνα και πρώτε των Ελλήνω…!»
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (8)
Παραπομπές:
- Βιογραφικά στοιχεία του Kipling ΕΔΩ.
- Ηρακλής Κακαβάνης: "Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του", εκδόσεις ΕΝΤΟΣ
- Το ποίημα του Kipling από ΕΔΩ.
- Η μετάφραση του Νίκου Καρβούνη από ΕΔΩ.
- Ηρακλής Κακαβάνης, ο.π.
- Η παρωδία του Βάρναλη «Το Αν του Κίπλινγκ» από ΕΔΩ.
- Ηρακλής Κακαβάνης, ο.π.
- Η «Σταδιοδρομία» από το βιβλίο «Κώστας Βάρναλης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013
στηθάγχη: Ο Βάρναλης στο καζάνι επί «αντικαταβολή»…
Μια κερδοφόρα επιχείρηση με την πολτοποίηση «αντεθνικών» βιβλίων, που πουλούσαν… με το κιλό σε εργοστάσια χάρτου, είχαν στήσει ασφαλίτες επί χούντας. Η επιχείρηση αυτή συνέχισε να δουλεύει για καιρό και μετά την πτώση του χουντικού καθεστώτως. Οι κατασχέσεις των βιβλίων (να σημειωθεί πως δεν είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία τους) γινόταν παράνομα, χωρίς εντολή εισαγγελέα και τα κέρδη έμπαιναν στην τσέπη των ασφαλιτών. Την αποκάλυψη έκανε ο Ριζοσπάστης στο φύλλο της 18/10/1974. Ανάμεσα στα βιβλία που πολτοποιούνταν παράνομα ήταν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», τα «Άπαντα του Λένιν» και το «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ ο εργοστασιάρχης δεν αρνήθηκε ότι μια βδομάδα πριν (10 και 11/10/1974) η αστυνομία του παρέδωσε «μικροποσότητες» βιβλίων για πολτοποίηση.
Ο συντάκτης του Ριζοσπάστη Μπάμπης Γεωργούλας γράφει:
«Εργοστάσιο Επεξεργασίας Χάρτου, Ι. Πανόπουλου. Απέναντι στην ελιά του Πλάτωνα. Ώρα περίπου 9 το πρωί. Ένα τζιπ μπαίνει στη σούδα, περνάει τη σιδερένια πόρτα και οι ασφαλίτες βγάζουν έξω από το χώρο που είναι το καζάνι τους εργάτες. Σε λίγο φεύγουν. Είναι δυο και οπλισμένοι. Ο οδηγός περιμένει απ’ έξω. Ύστερα πάνε στα γραφεία για την πληρωμή… Η ζύγιση της ποσότητας έχει ήδη γίνει πριν τα βιβλία ριχτούν στο καζάνι.
Μόλις φεύγουν, μπαίνουμε μαζί με τους εργάτες που δουλεύουν εκεί κοντά και βγάζουμε λίγα βιβλία μισολιωμένα. Κάτω στο πάτωμα είναι πεταμένα δυο χοντρά εξώφυλλα από πλαστικό. Απ’ έξω γράφουν «Το φως που καίει» και τα αρχικά του ιδιοκτήτη του βιβλίου Χ.Μ. Το άλλο γράφει «Το κομμουνιστικό μανιφέστο Μάρξ Ένγκελς». Τα πλαστικά εξώφυλλα σώθηκαν, τα χάρτινα εσώφυλλα έλιωσαν. Το περιεχόμενο ζει και θα ζει πάντα.»
Στη συνέχεια παρατίθεται ο διάλογος του δημοσιογράφου με τον εργοστασιάρχη:
Συντάκτης: Η πολτοποίηση γίνεται βάση κάποιας σύμβασης με το υπουργείο Δημ. Τάξεως;
Πανόπουλος: Όχι. Απλώς μας ειδοποιούν όταν θέλουν να πολτοποιήσουν μια ποσότητα.
Σ.: Για κάθε ποσότητα που σας παραδίνουν καταβάλλετε την κατά κιλό αξία της;
Π.: Φυσικά.
Σ.: Στον εκάστοτε επικεφαλής της αποστολής;
Π.: Ναι, αλλά έχουν καιρό να μας φέρουν. Κυρίως μας φέρνει το Αλλοδαπών…
Σ.: Μα μόλις προχτές και επί τρεις μέρες η αστυνομία σας έφερε βιβλία τα οποία πολτοποιήσατε αμεσως.
Π.: Ναι. Επρόκειτο για μικροποσότητες.
Σ.: Στον επικεφαλής τα πληρώσατε;
Π.: Ναι.
Σ.: Σας ευχαριστώ κ. Πανόπουλε.
Στη συνέχεια η εφημερίδα υπενθυμίζει πως λίγες μέρες πριν τη δημοσίευση του ρεπορτάζ είχε θέσει το θέμα υπ’ όψη της κυβέρνησης και περίμενε μια «υπεύθυνη απάντηση», και τονίζει πως η παράνομη δήμευση αυτών των βιβλίων, «φέρνει την Ελλάδα πίσω στο Μεσαίωνα».
Και το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη κλείνει με μια καταγγελία του αναγνώστη Χρήστου Ράπτη, ο οποίος καταγγέλει ότι κατά τη σύλληψή του από την Γενική Ασφάλεια στις 16/2/1974 (δηλαδή επί χούντας) ο αστυνόμος Γεώργιος Γκάνος και ένας αστυφύλακας του κατάσχεσαν 24 τόμους βιβλίων χωρίς να του δώσουν απόδειξη.
Στις 20/8/1974 (δηλαδή αφού έπεσε η χούντα), ο Χ. Ρ. πήγε στον αστυνόμο Γκάνο και του ζήτησε πίσω βιβλία του. Ο Γκάνος του απάντησε πως αυτά είχαν σταλεί στο Στρατοδικείο και πολτοποιήθηκαν. Του συνέστησε κιόλας να κάνει μια γραπτή αίτηση στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Γεν. Ασφάλειας. Ο Χ. Ρ. έκανε την αίτηση στην Υπηρεσία, όμως ο αστυνόμος Παύλου δεν τη δέχτηκε και ο αστυνόμος Τσικριμπής του είπε: «Τώρα μιλάς, που δεν μπορούμε να σε κατεβάσουμε στο υπόγειο»…
["στηθάγχη" - ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2013]
στηθάγχη: ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – Τέρμα
Ακούμε συχνά πόσο «μεγάλος» ποιητής είναι ο ένας, πόσο «σπουδαίος» είναι ο άλλος κλπ. Όμως τι θα πει στ’ αλήθεια «μεγάλος»; Ο Βάρναλης έγινε Μεγάλος Ποιητής γιατί δεν έπαψε ποτέ να πατάει στη γη που τον γέννησε. Γιατί ήταν άνθρωπος του λαού, έζησε μέσα στο λαό, γέλασε, πόνεσε, ερωτεύτηκε, έκλαψε, μέθυσε, ένιωσε τι θα πει καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, ονειρεύτηκε, στρατεύτηκε και πάλεψε για την παντοτινή απελευθέρωση του Ανθρώπου. Αυτό που -μέσα σ' άλλα- έκανε το έργο του μοναδικό και τον ίδιο αληθινά Μεγάλο, είναι η ικανότητά του να διαβάζει και να περιγράφει τις άσχημες συνθήκες που ζει ο καταπιεσμένος, ο απόκληρος, ο φτωχός λαός, να αναλύει τις αιτίες που τον οδήγησαν εκεί και ταυτόχρονα να δείχνει τον δρόμο μέσα από τον οποίο θα σπάσει τις αλυσίδες του και θα απελευθερωθεί. Διαβάζοντας (και) αυτό το ποίημα, νομίζεις πως γράφτηκε πρόσφατα. Στους στίχους του βλέπουμε εικόνες της καθημερινότητάς μας. Ο Μεγάλος ποιητής είναι πάντα παρών και το έργο του επίκαιρο και πάντα οδηγός μας.
Τέρμα
Εδώ, π’ ανταμωθήκαμε αδερφοί,
δεν είναι πλατωσιά μηδέ κορφή,
μηδ’ άκρα του πελάου και τ’ ουρανού.
Το βάθος είναι τ’ άσωτου Κενού.
Δεν πέσαμε μονάχοι στ’ αναιώνια
σκοτάδια. Μας γκρεμίσαν τα τελώνια
της Ανομίας, οι «πρώτοι» του λαού,
κάθε λαού, καινούργιου ή παλαιού.
Ήλιος εδώ να φτάσει, ανάσ’, αχός
δεν αφήνει των πλούσιων ο Θεός
και στον Απάνου Κόσμο από τον Κάτου
οι βόγγοι ν’ ανεβούνε του θανάτου.
Τη σάρκα μας τη σάπισε η λασπιά τους,
μα την ψυχή μας πιότερο η ψεφτιά τους.
πουλημένα κοπάδια, νύχτα – μέρα
για δικά τους πεθαίνουμε συφέρα.
Ασήμαντοι, χυδαίοι, μηδενικοί
κάναν την οικουμένη φυλακή.
Πέτρα δεν είν’ απάνου να πατήσει
το θύμα, όσο ψηλότερα να φτύσει!
-Πώς εδώθε να βγούμε; - Όχι ένας ένας!
Όλοι μαζί και μοναχός κανένας!
Σα φτάσ’ η εσχάτη ανάγκη να σωθείς,
ενωμένος Λαός θα σηκωθείς.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
["στηθάγχη" - ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2012]
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013
Μια βραδιά με τον «άγνωστο Βάρναλη»
![]() |
| Σα να ήταν εκεί... |
«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ». Καισαριανή, Τρίτη 20 Νοέμβρη 2012. Ήταν μια «Βαρναλική» βραδιά.
«Αλησμόνητη θα μου μείνει η πρώτη μου συνάντησι με το Δάσκαλο στο σπίτι του, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1933. Είχε έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας με μια ανηψιά του, την Έλσα, καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται σήμερα. είχε μπη στη φοιτητική μας συντροφιά, δέθηκε μαζί μας με αδερφική φιλία. Της άρεσαν τα αθώα γλεντάκια μας, τα τραγούδια μας, η ομαδική μας απαγγελία και μια μέρα μας έφερε πρόσκλησι του Βάρναλη να πάμε να το κάψουμε στο ανοιχτόκαρδο σπίτι του. Περάσαμε ένα θείο απόγευμα με τη συντροφιά του. Ήταν εκεί κι ο Αυγέρης –άλλη σεβαστή μορφή των γραμμάτων μας- η Γαλάτεια και κάμποσοι άλλοι. Τα τσούξαμε κιόλας, ενθουσιαστήκαμε κι αρχίσαμε όλοι μαζί ν’ απαγγέλουμε τα τραγούδια του. είχαμε πραγματικό πάθος για την ποίησί του, όχι μονάχα για την απαράμιλλη αισθητική της αξία, αλλά γιατί αποτελούσε το καθημερινό ψωμοτύρι της ζωής μας. για τη νεολαία εκείνης της εποχής δεν μπορούσε να νοηθή ύπαρξι χωρίς την ποίησι του Βάρναλη, γι’ αυτό ξέραμε απόξω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και το απαγγέλναμε φωναχτά, σα ζητωκραυγή. Θυμούμαι τη συγκίνησι του Δασκάλου. Και τώρα ακόμα, στεφανωμένος πια και καταξιωμένος ποιητής του λαού, συγκινείται τρομερά όταν ακούη τους στίχους του να φτερουγίζουν στα χείλη των φίλων του και του λαού.»
Τις αναμνήσεις του Τάσου Βουρνά, τυπωμένες ακριβώς πριν 55 χρόνια στην έκδοση του «Κέδρου» για τα πενηντάχρονα του έργου του Κώστα Βάρναλη, πρωτοδιάβασα όταν, μαθητής του Λυκείου, άρχιζα να ανακαλύπτω τον ποιητή μέσα από τα βιβλία του. Όταν έλαβα την τιμητική πρόσκληση από τον δημοσιογράφο Ηρακλή Κακαβάνη να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ», η πρώτη μου κίνηση ήταν να αναζητήσω στη βιβλιοθήκη μου αυτήν την παλιά έκδοση. Ήθελα να επαναφέρω στη μνήμη μου την ατμόσφαιρα που περιέγραψε τόσο παραστατικά ο Βουρνάς.
Μια ατμόσφαιρα που κάτι από «αυτήν» -μπορώ να περηφανεύομαι μέσα μου πως- έκλεψα κάποτε παρέα με φίλους και συμμαθητές, δίπλα σε μερικούς σημαντικούς ανθρώπους. Μια εποχή που κάποιοι δάσκαλοί μας μας μιλούσαν για λογοτεχνία, μας «γνώριζαν» με ποιητές, μας ενθάρρυναν να διαβάζουμε και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και να γράφουμε. Δεν ήταν λίγες οι φορές –τότε και λίγο αργότερα- που γύρω από νεανικά τραπέζια με μεζέ και καλό κρασί, απλώναμε τις σκέψεις μας για το μέλλον πάνω σε έργα ποιητών ή πεζογράφων, με την ελπίδα πως οι δρόμοι που οδηγούσαν στο όνειρο θα έμεναν ανοιχτοί.
Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη μου κέντριζε την περιέργεια. Πόσο «άγνωστος» μπορεί να παραμένει ένας ποιητής που το έργο του κυκλοφόρησε σε αμέτρητες εκδόσεις, έγινε κτήμα του λαού, γαλούχησε κάμποσες γενιές, διδάσκεται σήμερα στα πανεπιστήμια, ασχολήθηκαν και έγραψαν γι’ αυτόν τόσοι σημαντικοί άνθρωποι; Άσε που η πρόσκληση έγραφε για παρουσίαση σε… τσιπουράδικο. Τί είδους παρουσίαση βιβλίου θα ήταν αυτή, όταν ανάλογες εκδηλώσεις γίνονται συνήθως σε άχρωμες αίθουσες, σε εκδοτικούς οίκους ή σε «πολυχώρους πολιτισμού»; Διάβασα ακόμα μια φορά το κείμενο του Βουρνά και σκέφτηκα: Λες;…
Οι ομιλητές και ο συντονιστής της εκδήλωσης εγγυούνταν μια πετυχημένη παρουσίαση. Οι σύντροφοι –ας μου το επιτρέψουν, έτσι τους νιώθω- Μπογιόπουλος, Τσακνής και Σαρρής και η καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κυρία Γεωργία Λαδογιάννη, άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο τους και ευρύτερα, με στίγμα, διαδρομή και προσφορά στο λαό και τους αγώνες του. Όλα αυτά έκοβαν βόλτες στη σκέψη μου ακόμα και την ώρα που -το απόγευμα της Τρίτης- βγήκα στον δρόμο για την Καισαριανή. Ο καιρός ήταν μουντός -τα σύννεφα προετοίμαζαν το βαρύ φορτίο τους για τις ώρες που θα ακολουθούσαν- σαν την διάθεση πολλών από μας τον τελευταίο καιρό…
Έφτασα μάλλον από τους πρώτους. Ο συγγραφέας του βιβλίου υποδεχόταν με ευγένεια τους καλεσμένους του και τους οδηγούσε στις προκαθορισμένες θέσεις-τραπέζια τους. Το τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας», στην πλατεία της Καισαριανής είναι ένας χώρος ζεστός που γρήγορα σε κάνει να νιώσεις σαν στο σπίτι σου. Πάνω στους τοίχους του γραμμένοι στίχοι ελλήνων ποιητών (μπόρεσα να διακρίνω από εκεί που καθόμουν ποιήματα του Καβάφη και του Καββαδία), κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως δεν θα ήταν τυχαία η επιλογή του χώρου για την εκδήλωση.
Στάθηκα για λίγο στην είσοδο και παρατηρούσα τους προσκεκλημένους που κατέφταναν ένας ένας. Άνθρωποι αναγνωρίσιμοι ή όχι, γνωστοί ή λιγότερο γνωστοί, όλοι τους απλοί, λαϊκοί άνθρωποι, σαν αυτούς με τους οποίους συνήθιζε να κάνει παρέα κάποτε ο ποιητής. «Ο Βάρναλης δεν αγαπάει την επίδειξι ούτε την πόζα, τόσο συνηθισμένο πράμα στους Ρωμιούς γραμματιζούμενους. Αντίθετα λατρεύει τους απλούς ανθρώπους του λαού και μ’ αυτούς κάνει συντροφιά. Παλιότερα η πιο συχνή παρέα του ήταν ένας τσαγκάρης της οδού Σίνα κι ο κυρ Μιχάλης ο Σαρδέλλης, υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο Κολλάρου, ήσυχοι και σεμνοί άνθρωποι, που τον αγαπούν και τους αγαπά.» γράφει ο Βουρνάς. Τέτοιοι άνθρωποι πέρναγαν την είσοδο του τσιπουράδικου. Αναγνώρισα μερικούς και πρώτον απ’ όλους τον Γιώργο Φαρσακίδη, τον σπουδαίο άνθρωπο της Τέχνης, αυτόν τον μεγάλο αγωνιστή, την ζωντανή ιστορία του Μακρονησιού.
Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και αρκετοί μπλόγκερς, όπως είπε και ο συγγραφέας του βιβλίου. Από τις συστάσεις γνώρισα τους συντελεστές της «Σεισάχθεια», κάποιους από το «Βαθύ κόκκινο», ήταν εκεί φυσικά ο Γιώργος Σαρρής και ακόμα ο Κώστας Γρηγοριάδης που είναι και σκιτσογράφος στον Ριζοσπάστη. Ήταν και ο καλός σύντροφος «Σφυροδρέπανο»ς που είχαμε ξανασυναντηθεί σε κάποια από τις απεργιακές συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ και έγραψε το καλύτερο ρεπορτάζ –από όσα μέχρι τώρα διάβασα- για την παρουσίαση του βιβλίου.
Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και αρκετοί μπλόγκερς, όπως είπε και ο συγγραφέας του βιβλίου. Από τις συστάσεις γνώρισα τους συντελεστές της «Σεισάχθεια», κάποιους από το «Βαθύ κόκκινο», ήταν εκεί φυσικά ο Γιώργος Σαρρής και ακόμα ο Κώστας Γρηγοριάδης που είναι και σκιτσογράφος στον Ριζοσπάστη. Ήταν και ο καλός σύντροφος «Σφυροδρέπανο»ς που είχαμε ξανασυναντηθεί σε κάποια από τις απεργιακές συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ και έγραψε το καλύτερο ρεπορτάζ –από όσα μέχρι τώρα διάβασα- για την παρουσίαση του βιβλίου.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με την θεατρική απόδοση σατιρικού κειμένου (διαλόγου) του Βάρναλη από τους ηθοποιούς Στέλιο Γερανή και Κατερίνα Φωτιάδου. Στην συνέχεια ο Μπογιόπουλος που εκτελούσε χρέη συντονιστή και προσέθετε κάθε τόσο «αλατοπίπερο» στην βραδιά κάνοντάς μας γνωστές ανθρώπινες στιγμές του ποιητή, έδωσε τον λόγο στον Γιώργο Σαρρή που μίλησε για την ταξικότητα του έργου του Βάρναλη: «Υπάρχει σήμερα Τέχνη που να ζητάει την έξοδο, τη φυγή από τον κόσμο της ασκήμιας, από τον κόσμο της καθημερινής βιοπάλης και δυστυχίας προς τον κόσμο της αιώνιας ομορφιάς, της υπέρτατης γαλήνης και ισορροπίας όλων των δυνάμεων!» (Ολόκληρη την τοποθέτηση του Σαρρή διαβάστε ΕΔΩ).
Ο Διονύσης Τσακνής αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα του βιβλίου στο πόσο μπορεί να βοηθήσει την προσέγγιση των νέων ανθρώπων με τον Βάρναλη και στάθηκε ιδιαίτερα στην στάση των διανοουμένων σήμερα. Σημείωσα την φράση του: «σήμερα ή δεν υπάρχουν (διανοούμενοι) ή κρύβονται».
Νόμιζα πως ο λόγος μιας καθηγήτριας Πανεπιστημίου θα ήταν «βαρύς», υπερβολικά εξειδικευμένος και θα αναλωνόταν μόνο σε «τεχνικές» λεπτομέρειες του έργου του Βάρναλη. Κακώς νόμιζα. Ο παθιασμένος, χειμαρρώδης λόγος της κυρίας Λαδογιάννη συνεπήρε το ακροατήριο, όπως σίγουρα θα συμβαίνει και με τους φοιτητές που γεμίζουν τα αμφιθέατρα για να την ακούσουν. Μας μίλησε για τις έρευνές τις που κράτησαν χρόνια, για ένα τιτάνιο έργο για τον Βάρναλη, που ολοκληρώθηκε από ομάδες φοιτητών με την δική της καθοδήγηση και που περίμενε την έκδοσή του. Κάτι που –προς απογοήτευση όλων- δεν θα γίνει ποτέ, αφού τελικά αυτό το υλικό χάθηκε… Μια σύντομη παρέμβαση για το γλωσσικό ζήτημα και τον δημοτικιστή Βάρναλη έκανε η φιλόλογος Ρίτα Νικολαΐδου, ενώ ένα κείμενο που είχε γράψει για τον ποιητή διάβασε ο εκπρόσωπος της «Σεισάχθεια».
Οι ομιλίες είχαν τελειώσει όταν ο Γιώργος ο Σαρρής έπιασε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει τους «μοιραίους». Δεν τον αφήσαμε φυσικά «μόνο» του. Την ίδια ώρα, κάτω από τις οδηγίες του... πανταχού παρόντα κυρίου Βαγγέλη (ιδιοκτήτη του τσιπουράδικου), άρχισαν να προσγειώνονται στα τραπέζια οι πρώτες καράφες με το κρασί και οι απαραίτητοι μεζέδες.
Έτσι, με γευστικό φαγητό και συντροφιά με το καλό κρασί του «Μπούσουλα», μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε μερικούς σημαντικούς ανθρώπους και να συζητήσουμε ενδιαφέροντα θέματα στα πηγαδάκια που δημιουργήθηκαν. Είχε ενδιαφέρον για παράδειγμα η συζήτηση με τον Ηρακλή Κακαβάνη για την έρευνά του στο αρχείο του ποιητή. Για το πώς έγραψε το βιβλίο. Η ξενάγηση που μας έκανε στις σελίδες του. Ακούσαμε έναν άνθρωπο να μιλάει με αγάπη για την ποίηση, για την έρευνα, για τον Βάρναλη. Γνωρίσαμε και συζητήσαμε για το βιβλίο του Βάρναλη και για άλλα βιβλία, συγγραφείς και εκδόσεις, τον κ. Θέμη Φασούλα, εκδότη του βιβλίου (εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ»).
Η φράση του Τσακνή για τους διανοούμενους έγινε αντικείμενο μιας καλής συζήτησης μεταξύ του ίδιου, ημών, Μπογιόπουλου και άλλων ομοτράπεζων. Είχαν πολύ ενδιαφέρον οι απόψεις που ακούστηκαν και το θέμα αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας πιο πλατιάς συζήτησης -γιατί όχι και εκδήλωσης;- κάποτε. Η άποψη του ιστολογίου πάντως –αν ενδιαφέρει κάποιον- γέρνει προς το «δεν υπάρχουν». Ενδιαφέρουσα ήταν και η ανταλλαγή απόψεων με τους άλλους μπλόγκερς.
Όμως οι όμορφες στιγμές, όταν τις ζεις, σε κάνουν να χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Έτσι δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Μόνο όταν είδα ότι οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει... όμως… και πάλι... ήταν νωρίς!...
Η βραδιά δεν είχε τελειώσει. Δυο χούφτες άνθρωποι γύρω από λίγα τραπέζια βάλαμε στη μέση τον Σαρρή που ακούραστος έδινε τον ρυθμό με την κιθάρα και την μελωδική φωνή του. Και γίναμε όλοι ένα στόμα και τραγουδήσαμε Θεοδωράκη, Καλδάρα, Λοΐζο, Καζαντζίδη και φυσικά Βάρναλη. Ο ενθουσιασμός μπλεκόταν με τις νότες, οι στιγμές παραμέριζαν τον χρόνο, πρόσφεραν απλόχερα ψυχική ανάταση που σε έκαναν να νιώθεις άτρωτος από τα «πεζά» και «καθημερινά», που ήξερες ότι περιμένουν στη γωνία με την βεβαιότητα πως θα έρθει και η δική τους σειρά. Η κιθάρα ξανάπιασε τους «μοιραίους» και τα στόματα ακολούθησαν. Και η σκέψη μου γυρίζει ασυναίσθητα στο κείμενο του Βουρνά. Σαν κάπου δίπλα μας να κάθεται ο ποιητής, να απολαμβάνει το κρασάκι του και να μας κλείνει ευχαριστημένος το μάτι. Λες;...
«Ω, της αυγής κροκάτη γάζα»… Για μια ακόμα φορά αυτό το τόσο ειπωμένο, το χιλιοτραγουδισμένο ποίημα ακούστηκε σαν καινούργιο, σαν να ανακάλυπτα αυτόν τον στίχο εκείνη την στιγμή. Ο διαχρονικός λόγος του Βάρναλη. Ο πάντα επίκαιρος, ο τόσο δικός μας, ο τόσο βαθύς και «άγνωστος», όπως ο απέραντος ωκεανός που ακόμα και ο πιο ατρόμητος θαλασσοπόρος δεν θα καταφέρει ποτέ να τον διαβεί απ’ την μια άκρη του ως την άλλη. Θα περιπλανιέται στα αμέτρητα πελάγη του, θα χάνεται στις φουρτουνιασμένες θάλασσες, θα μαγεύεται στο απάγκιο των λιμανιών του. Ο Ηρακλής Κακαβάνης με το βιβλίο του μας έκανε δώρο μια «πυξίδα» που θα μας κρατήσει στη σωστή ρότα.
Έβρεχε δυνατά όταν έφυγα. Ο δρόμος μπροστά μου απλωνόταν άδειος. Οδηγούσα αργά. Οι γυαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου ανεβοκατέβαιναν με ρυθμό και από το ραδιόφωνο ακούγονταν οι στίχοι ενός άλλου ποιητή. Μιλούσαν για κάποια ανήλιαγα στενά. Πόση δύναμη αλήθεια μπορούμε να πάρουμε από τους στίχους των ποιητών μας! Μια δύναμη που αν κάποτε μπορούσαμε να καταλάβουμε το μέγεθός της, το φως θα πλημμύριζε τις ζωές μας, για πάντα.
[ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2012]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











