Τη θυμάμαι καλά. Μεγάλη σε όλες τις διαστάσεις της. Κλεισμένη σε ένα
ξύλινο κουτί που γυάλιζε και τη μια όψη του την κάλυπτε ένα σκούρο
τζάμι. Δίπλα στο τζάμι ξεχώριζαν δυο σειρές από κουμπιά και διακόπτες,
πάνω από την ονομασία της μάρκας. Η θέση της πάνω σ’ ένα στενό τραπεζάκι
με ένα ράφι χαμηλά και ψηλόλιγνα πόδια που κατέληγαν σε μικρά ροδάκια.
Τη ράχη της στόλιζε πάντα το αριστοτεχνικά πλεγμένο από τα χέρια της
μάνας λευκό σεμέν που, πριν την ανοίξει, το γύριζε και το δίπλωνε προς
τα πάνω με προσοχή, και όταν την έκλεινε το επανέφερε στη θέση του
«ζυγίζοντας» με το βλέμμα της τις αποστάσεις και διορθώνοντας μέχρι να
επιτευχθεί η συμμετρία.
